Θέλεις να νιώσεις ευνούχος σε ρωμαϊκό όργιο; Θέλεις να ακούσεις έναν δίσκο που καθόρισε το underground heavy metal κι ας μην το παραδέχονται όλοι, γιατί είναι είτε φλώροι είτε άσχετοι; Θέλεις κάθε πόρος του σώματός σου να αναβλύζει ιδρώτα και καύλα; Έχεις ακόμα αμφιβολίες για το αν ήταν ο J.D. Kimball μια από τις καλύτερες φωνές του metal; Ε όλα αυτά, κι άλλα τόσα, είναι το Warning of Danger των τεράστιων OMEN.
To Warning of Danger αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές κυκλοφορίες της πρώιμης US heavy/power metal σκηνής των ‘80s και, ταυτόχρονα, ένα έργο-κλειδί για την κατανόηση της εξέλιξης του ιδιώματος από το ωμό heavy metal σε πιο επικό και δομημένο power metal.
Μετά το ντεμπούτο Battle Cry το 1984, οι Omen βρέθηκαν σε μια κρίσιμη καμπή. Το πρώτο άλμπουμ είχε ήδη δημιουργήσει έντονο buzz στο underground, κυρίως χάρη στον ωμό χαρακτήρα του και τη σύνδεσή του με την ανερχόμενη σκηνή της Metal Blade Records. Αντί λοιπόν να επενδύσουν σε εκτεταμένες περιοδείες, οι Omen επέλεξαν να επιστρέψουν γρήγορα στο στούντιο, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσουν τη δυναμική του ντεμπούτου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κυκλοφορία του Warning of Danger το 1985, μόλις έναν χρόνο μετά, γεγονός που δείχνει τόσο την παραγωγική τους ένταση όσο και την πίεση της εποχής για συνεχή παρουσία στη σκηνή. Η ηχογράφηση έγινε στο Eldorado Studio στην Καλιφόρνια, με παραγωγό τον Brian Slagel, μια φιγούρα-κλειδί για την ανάπτυξη του αμερικανικού heavy metal.
Σημαντικός παράγοντας στην εξίσωση της επιτυχίας, ήταν ότι το line-up είχε παραμείνει αμετάβλητο. Ο Kimball στα φωνητικά, ο Powell στις κιθάρες, ο Henry στο μπάσο και το Wittig στα τύμπανα. Αυτό αποτυπώνεται άμεσα στον ήχο τους, με τον δίσκο να μοιάζει φυσική συνέχεια του προκατόχου του. Το Warning of Danger ανήκει στον πυρήνα αυτού που αργότερα θα ονομαστεί US Power Metal, αλλά η βάση του είναι καθαρά heavy metal με έντονες επιρροές από Βρετανία μεριά. Galloping riffs, διπλές κιθάρες, επικές μελωδίες, όλα οργανικά δοσμένα. Η παραγωγή παρέμεινε τραχιά, αλλά λιγότερο χαοτική, ενισχύοντας την σαφήνεια των riffs χωρίς να αφαιρείται η επιθετικότητα, την οποία είχαν σχεδόν έμφυτη.
Στο γενικό μουσικό πλαίσιο, βλέπουμε (και ακούμε) πως οι κιθάρες του Kenny Powell αποτελούν τον πυρήνα του ήχου, με τα riffs να λειτουργούν δογματικά. Από την άλλη, λαμπρό ήταν το άστρο του Kimball, με μια φωνή αυθεντική, θεατρική, με μεγάλες δυνατότητες και έκταση. Καθοριστικός για την παρακαταθήκη του συγκροτήματος.
Ο δίσκος αποτελείται από οκτώ κανονικά κομμάτια και δύο ορχηστρικά. Το ομώνυμο κομμάτι ανοίγει τον δίσκο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο: γρήγορο tempo, χαρακτηριστικό gallop και μια ρεφρενάρα που σκαλώνει στο μυαλό σου σαν μόνιμο μικρόβιο. Τι διαστημική υπερκομματάρα είναι αυτή, διάολε. Το έχω συνδυάσει με καταστάσεις που θέλω κάτι να μου δώσει δύναμη. Πριν από προπονήσεις, στο δρόμο για μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, καθ’ οδόν για το γήπεδο, στο πρώτο τσάφωμα των σαββατιάτικων μπυρακίων. Αδιανόητα πράγματα. Ακολουθεί το March On, που θα μπορούσε να γίνει και εθνικός ύμνος. Ανάταση ψυχής, μαχαίρι στα δόντια και πάμε να φτάσουμε τις πιο ψηλές κορφές. Το Ruby Eyes (of The Serpent) που έπεται, το θεωρώ ένα από τα πιο ολοκληρωμένα τραγούδια γενικά των Omen με εξισορρόπηση μελωδίας και ταχύτητας, εναλλαγές με ωραίες μεταβάσεις μεταξύ κουπλέ-ρεφρέν, άρτια ενορχήστρωση και εκτέλεση με προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια. Το Don’t Fear The Night είναι από τα πιο ιδιαίτερα κομμάτια τους, που ξεκινά σαν μπαλάντα, με πιο ατμοσφαιρική αίσθηση, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα κλιμάκωση. Ακολουθούν τα instrumentals V.B.P. και Premonition που επί της ουσίας λειτουργούν ως μεταβάσεις μεταξύ των πλευρών του βινυλίου. Το Termination παίζει σε πιο speed/thrash μονοπάτια, θυμίζοντας περισσότερο το ντεμπούτο τους και ενώνοντας τους Omen με την speed-άτη σκηνή που άρχιζε τότε να διεκδικεί κομμάτι της πίτας. Ακολουθεί το Make Me Your King πιο βαρύ και επικομελωδικό, πιο σκοτεινό για τα δεδομένα, προμηνύοντας ίσως τον ήχο του The Curse, που θα ακολουθούσε την επόμενη χρονιά. Πιο ηρωικό και υμνικό το Red Horizon που έπεται, ενώ ο δίσκος κλείνει με το Hell’s Gate μεγαλοπρεπές, με τον Kimball να τα παίζει όλα για όλα.
Τα 41 λεπτά που διαρκεί το Warning of Danger αρκούν για να θεωρείται δίσκος – ευαγγέλιο για πολλούς από εμάς. Θα τον απολαύσουμε στην ολότητά του στην νέα περιοδεία των Omen επί ελληνικού εδάφους. Είστε έτοιμοι;

Ελληνικά