Στην περίεργη για αρκετά groups εποχή, στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’80, όπου το MTV καθόριζε πλέον τις τάσεις και το αμερικανικό hard rock και το glam metal κυριαρχούσαν στα charts, οι πρωτοπόροι του NWOBHM και από τους βασικούς αρχιτέκτονες της ευρωπαϊκής heavy metal σκηνής κυκλοφορούσαν το ένατο studio album τους στην ίσως πιο ξεκάθαρη προσπάθειά τους να προσεγγίσουν το αμερικανικό κοινό. Η στροφή προς έναν πιο εμπορικό και μελωδικό προσανατολισμό ξεκίνησε το 1985 με το ”Innocence Is No Excuse” και συνεχίστηκε το 1986 με το ”Rock The Nations”. Το ‘‘Destiny” τον Μάρτη του 1988 ακούγεται σαν το σημείο συνάντησης των δύο προηγούμενων δίσκων. Από τη μία πλευρά υιοθετεί τον γυαλισμένο ήχο, τα πλήκτρα και τις synth κιθάρες του ”Innocence Is No Excuse”. Από την άλλη, διατηρεί σποραδικές εκλάμψεις του μεταλλικού χαρακτήρα που είχε επιχειρήσει να επαναφέρει το ”Rock The Nations”.
Την περίοδο εκείνη το συγκρότημα βρισκόταν σε μεταβατική φάση. Στη θέση του μπασίστα Steve Dawson είχε ήδη έρθει ο Paul Johnson, ενώ πίσω από τα τύμπανα ο Nigel Durham αντικατέστησε τον επί χρόνια ”μετρονόμο” Nigel Glockler. Την παραγωγή ανέλαβε ο Stephan Galfas, συνεχίζοντας τη συνήθεια της μπάντας να αλλάζει παραγωγό σχεδόν σε κάθε δίσκο της. Στον πυρήνα, ωστόσο, παρέμεναν οι Biff Byford, Paul Quinn και Graham Oliver, οι άνθρωποι που θα προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις εμπορικές απαιτήσεις της εποχής και τη βαριά κληρονομιά των Saxon.
Η αυλαία ανοίγει με το περίφημο ”Ride Like The Wind” τη διασκευή στο κλασικό τραγούδι του Christopher Cross. Ο Biff Byford φανατικός θαυμαστής του Christopher Cross αποφασίζει να το διασκευάσει και Άγγλοι καταφέρνουν να μετατρέψουν ένα soft rock/AOR κομμάτι σε έναν δυναμικό hard rock ύμνο, προσθέτοντας ένταση, ενέργεια και μεταλλική αυτοπεποίθηση χωρίς να προδώσουν τη μελωδική του ουσία. Το κομμάτι και το συνοδευτικό του μουσικό videoclip είχαν αρκετά καλή προβολή στο ”Headbanger’s Ball” του MTV, αν και δεν έδωσε στο συγκρότημα την επιτυχία στο αμερικανικό mainstream που η EMI απαιτούσε απεγνωσμένα. Πρόκειται αναμφίβολα για τη μεγαλύτερη στιγμή του δίσκου. Δεν είναι τυχαίο ότι παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια της περιόδου και συνεχίζει να εμφανίζεται στις ζωντανές εμφανίσεις του group.
Όμως αν υπάρχει, ένα τραγούδι που αποδεικνύει πόσο φυσικά μπορούσαν οι Saxon να κινηθούν στα νερά του AOR, αυτό δεν είναι άλλο από το εξαιρετικό ”I Can’t Wait Anymore”. Με τεράστιο ρεφρέν, προσεγμένη μελωδική γραφή και άψογη ερμηνεία από τον Byford, το κομμάτι στέκεται επάξια δίπλα σε αντίστοιχες αμερικανικές παραγωγές της εποχής. Παράλληλα, συνθέσεις όπως τα ”Calm Before The Storm”,”For Whom The Bell Tolls”,”Jericho Siren” και ”Red Alert” διατηρούν έναν πιο μεταλλικό πυρήνα. Τα riffs εξακολουθούν να έχουν βάρος και δυναμική, όμως πλαισιώνονται από πλούσιες μελωδίες, πολυφωνικά ρεφρέν και μια παραγωγή που φέρνει το συγκρότημα πιο κοντά στο αμερικανικό hard rock παρά στο βρετανικό heavy metal των πρώτων χρόνων.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο ”S.O.S.”, ένα από τα πιο υποτιμημένα τραγούδια του δίσκου. Ο καλπάζων ρυθμός, οι εξαιρετικές κιθαριστικές γραμμές και το έντονα μελωδικό του υπόβαθρο δημιουργούν μια από τις πιο ισορροπημένες στιγμές του album. Στο ”We Are Strong” οι μουσικοί μας ήρωες αγκαλιάζουν πλήρως την αισθητική του melodic rock. Με τα επιβλητικά πλήκτρα και τον ύμνικο χαρακτήρα του, το τραγούδι θυμίζει έντονα το ύφος συγκροτημάτων όπως οι Praying Mantis, αποδεικνύοντας πόσο μακριά είχαν φτάσει από τις ημέρες του ”Denim And Leather”.

Ο δίσκος ολοκληρώνεται με το συγκινητικό ”Song For Emma”, μια δραματική μπαλάντα εμπνευσμένη από την αληθινή ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που έδωσε τέλος στη ζωή της. Εδώ η μπάντα αφήνει στην άκρη κάθε εμπορική φιλοδοξία και παραδίδει μια ειλικρινή, φορτισμένη συναισθηματικά σύνθεση που εξακολουθεί να προκαλεί ανατριχίλα.
Η περιοδεία Destiny Tour που ακολούθησε το ίδιο έτος περιελάμβανε συνολικά 48 εμφανίσεις σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Μόλις 9 εμφανίσεις έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, 10 στη Γερμανία, ενώ η πλειοψηφία των υπολοίπων δόθηκε στις ΗΠΑ με την συναυλία τους στη Βουδαπέστη (15 Μαΐου 1988) να αποτελεί τη μοναδική τους στάση στην Ανατολική Ευρώπη. Εκεί ηχογραφήθηκε το μετέπειτα 2o live album τους ”Rock ‘n’ Roll Gypsies” του 1989. Support groups σε κάποια shows στην Ευρώπη αποτέλεσαν οι Γερμανοί heavy metallers Steeler και οι Σουηδοί heavy metallers Universe.
Παρά τις αδιαμφισβήτητες αρετές της, η εν λόγω δισκογραφική απόπειρα δεν κατάφερε να πετύχει τον βασικό της στόχο. Η διασκευή του ”Ride Like The Wind” δεν άνοιξε τις πόρτες της αμερικανικής αγοράς, ενώ το ίδιο το album απέτυχε να εισέλθει στο αμερικανικό Top 200. Στο Ηνωμένο Βασίλειο έφτασε μέχρι το Νο. 49, ενώ τα singles ”Ride Like The Wind” και ”I Can’t Wait Anymore” σημείωσαν περιορισμένη επιτυχία στο βρετανικό Top 75. Η αποτυχία αυτή ουσιαστικά σήμανε το τέλος της πολυετούς τους προσπάθειας να κατακτήσουν την Αμερική. Μετά την περιοδεία του δίσκου, η EMI διέκοψε τη συνεργασία της με το συγκρότημα, ενώ τόσο ο Paul Johnson όσο και ο Nigel Durham αποχώρησαν ύστερα από έντονες διαφωνίες με το management του συγκροτήματος.
Για πολλά group, μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε το τέλος. Για τους Saxon, όμως, αποτέλεσε την αφετηρία μιας αναγέννησης. Με την επιστροφή του Nigel Glockler και την άφιξη του Nibbs Carter στο μπάσο, οι Βρετανοί αποφάσισαν να ξαναχτίσουν την πορεία τους από την αρχή, επιστρέφοντας στις ευρωπαϊκές ρίζες τους και στο αυθεντικό metal πνεύμα που τους καθιέρωσε. Σήμερα, το ”Destiny” εξακολουθεί να διχάζει. Για τους παραδοσιακούς τους οπαδούς αποτελεί ίσως το πιο αμφιλεγόμενο κεφάλαιο της δισκογραφίας τους. Για τους φίλους του melodic rock και του AOR, όμως, παραμένει ένας ιδιαίτερα αξιόλογος δίσκος, γεμάτος καλογραμμένα τραγούδια, σπουδαίες μελωδίες και μια μπάντα που τόλμησε να βγει από τη ζώνη ασφαλείας της. Ίσως να μην είναι το κορυφαίο τους album. Ίσως να μην πλησιάζει τη μυθολογία των ”Wheels Of Steel”, ”Strong Arm Of The Law” ή ”Crusader”. Παραμένει όμως ένα γνήσιο ντοκουμέντο μιας εποχής όπου ακόμη και οι πρωτεργάτες του βρετανικού heavy metal αναζητούσαν νέους δρόμους έκφρασης. Και μόνο γι’ αυτό, το ”Destiny” αξίζει να ακούγεται, να επανεκτιμάται και να βρίσκει τη θέση του μέσα στη μεγάλη τους ιστορία.
Play it loud.

Ελληνικά