Monday, August 17, 2026

Saxon – Innocence Is No Excuse

Το 1985 οι Άγγλοι βρίσκονταν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της καριέρας τους. Η χρυσή περίοδος του NWOBHM είχε αρχίσει να αλλάζει μορφή, ενώ συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden, οι Def Leppard και οι Judas Priest διεύρυναν συνεχώς το κοινό τους, κατακτώντας νέες αγορές και μεγαλύτερη εμπορική απήχηση. Παράλληλα, η αμερικανική σκηνή είχε αρχίσει να διαμορφώνει νέες τάσεις, με το melodic hard rock και το εμπορικό heavy metal να κυριαρχούν στα ραδιόφωνα και στο MTV. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Saxon αποχωρούν από την Carrere έπειτα από μια μακρά και δύσκολη δικαστική διαμάχη για τα δικαιώματα της μουσικής τους, υπογράφοντας τελικά στην EMI, πραγματοποιώντας έτσι το πολυπόθητο άλμα σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Η αλλαγή αυτή δεν σήμαινε μόνο καλύτερη προώθηση και μεγαλύτερες φιλοδοξίες αλλά σήμαινε και αυξημένες προσδοκίες. Το Innocence Is No Excuse που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, αποτέλεσε το πρώτο album της νέας εποχής. Ήταν επίσης το τελευταίο με τον ιδρυτικό μπασίστα Steve Dawson και, εκ των υστέρων, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα της δισκογραφίας τους.

Μετά το σχετικό άνοιγμα που είχε πετύχει το ”Crusaderστην αμερικανική αγορά, το group έδειχνε αποφασισμένο να διευρύνει ακόμη περισσότερο το ακροατήριό του. Παρότι επέστρεψε στην Ευρώπη για μέρος των ηχογραφήσεων (Union Studios, Μόναχο, Γερμανία), ο προσανατολισμός του νέου δίσκου ήταν ξεκάθαρος. Ένας ήχος πιο γυαλισμένος, πιο μελωδικός και περισσότερο προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις των αμερικανικών ραδιοφώνων. Υπό την παραγωγική καθοδήγηση του Simon Hanhart, το συγκρότημα απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την ωμή ενέργεια των πρώτων του albums. Οι κιθάρες απέκτησαν πιο καθαρή και επεξεργασμένη χροιά, τα τύμπανα ακολούθησαν τις αισθητικές επιταγές της δεκαετίας των 80s, ενώ τα πολυφωνικά ρεφρέν και οι μελωδικές γραμμές ήρθαν στο προσκήνιο. Για πολλούς οπαδούς αυτή η αλλαγή ισοδυναμούσε με προδοσία. Για άλλους, ήταν απλώς η φυσική εξέλιξη μιας μπάντας που αρνιόταν να μείνει στάσιμη.

Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή τους στην νέα επαγγελματική στέγη βρίσκεται στη θεματολογία. Έχοντας χτίσει τη φήμη τους μέσα από τραγούδια που αντλούσαν έμπνευση από την ιστορία, την τεχνολογία και την ανθρώπινη περιπέτεια. Από το ”Dallas 1 PM” και το ”The Eagle Has Landed” μέχρι τα κλασικά ”747 (Strangers In The Night)”, ”Princess Of The Night” και  ”Crusaderτο συγκρότημα είχε αποδείξει ότι μπορούσε να μετατρέψει ασυνήθιστα θέματα σε επικά metal αφηγήματα. Στο εν λόγω βήμα η έμφαση μετατοπίζεται. Οι περισσότεροι στίχοι περιστρέφονται γύρω από το ίδιο το rocknroll, τη διασκέδαση και την επικοινωνία με το κοινό. Είναι εμφανές ότι οι Saxon αναζητούσαν ύμνους που θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα σε επιτυχίες όπως το ”Rock You Like A Hurricane” ή το ”Bang Your Head (Metal Health)”. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έναν δίσκο γεμάτο πιασάρικα ρεφρέν, αλλά και με μικρότερη θεματική ποικιλία από ό,τι είχαν συνηθίσει οι οπαδοί τους.

Ύμνοι γεμάτοι αυτοπεποίθηση όπως το ”RockinAgain δίνουν αμέσως το στίγμα για να ακολουθήσουν τα ”Back On The Streets και το ”Rock NRoll Gypsy ως τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της αμερικανικής επιρροής της εποχής με εύκολη θέση στα αμερικανικά FM. Από την άλλη, κομμάτια όπως το ”Call Of The Wild, ”Raise Some Hell και κυρίως το ”Devil Rides Out υπενθυμίζουν περισσότερο το παραδοσιακό metal DNA του συγκροτήματος. Εδώ οι κιθάρες των Paul Quinn και Graham Oliver προσφέρουν μερικές από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου, αποδεικνύοντας πως η μπάντα δεν είχε χάσει την ικανότητά της να γράφει δυναμικά riffs παρόλο που λειτουργεί αποτελεσματικά ακόμη και σε πιο απλοϊκές συνθέσεις όπως το ”Everybody Up”.  Μόνο το ”Gonna Shout μοιάζει να παρασύρεται υπερβολικά από αυτή τη λογική. Αν και διαθέτει ενέργεια, δύσκολα αποφεύγει την αίσθηση του κλισέ και παραμένει ίσως η πιο αδύναμη στιγμή του album. Κλείνοντας την αναφορά στο track list αφήσαμε το καλύτερο για το τέλος με το ”Broken Heroes. Ένα τραγούδι συγκινητική αναφορά στους βετεράνους και τα θύματα του πολέμου, που συνδυάζει μελωδία, συναίσθημα και μεγαλοπρέπεια με τρόπο που ελάχιστα συγκροτήματα μπορούσαν να πετύχουν εκείνη την εποχή. Η ερμηνεία του Biff Byford είναι καθηλωτική, ενώ το δραματικό ρεφρέν παραμένει ένα από τα κορυφαία της καριέρας τους. Δεν είναι απλώς το καλύτερο τραγούδι του album. Είναι ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια που έγραψε ποτέ το συγκρότημα.

Ο δίσκος δεν κατάφερε να κάνει το εμπορικό άλμα που ίσως οραματίζονταν η EMI και η μπάντα Έφτασε στο Νο. 36 των βρετανικών charts και στο Νο. 133 του αμερικανικού Billboard, επίδοση που παραμένει η υψηλότερη τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τα αξιοπρεπή αυτά αποτελέσματα, πολλοί οπαδοί θεώρησαν πως προσπάθησαν υπερβολικά να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της αμερικανικής αγοράς. Η γυαλισμένη παραγωγή, οι πιο εμπορικές συνθέσεις και το αμφιλεγόμενο εξώφυλλο ενίσχυσαν αυτή την εντύπωση. Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο δίσκος ακούγεται διαφορετικά. Αποκομμένος από τις προσδοκίες και τις αντιδράσεις της εποχής του, αποκαλύπτεται ως ένα καλοδουλεμένο hard rock/heavy metal album, γεμάτο μελωδίες, εξαιρετικές ερμηνείες και τραγούδια που αντέχουν στον χρόνο.

Δεν είναι το ”Wheels Of Steel”, δεν είναι το ”Strong Arm Of The Law, δεν είναι καν το ”Denim And Leather Είναι όμως ένα σημαντικό ντοκουμέντο μιας μπάντας που αρνήθηκε να επαναλαμβάνει τον εαυτό της και τόλμησε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό σε μια περίοδο που ολόκληρος ο metal κόσμος άλλαζε πρόσωπο. Ίσως να μην συγκαταλέγεται στα αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα τους, αλλά παραμένει ένας δίσκος γεμάτος χαρακτήρα, νοσταλγία και αξιομνημόνευτες στιγμές. Και αν υπάρχει μία φράση που συνοψίζει καλύτερα την αξία του, ίσως να είναι αυτή που είχε τραγουδήσει ο ίδιος ο Biff Byford λίγο νωρίτερα και στην περίπτωση του αυτό εξακολουθεί να ισχύει.

A little bit of what you fancy does you good”.

 

RELATED ARTICLES

Most Popular