Monday, September 14, 2026

Thin Lizzy – Fighting

Όταν ζεις στο μετέωρο βήμα μεταξύ δημοτικού και γυμνασίου και έχεις αρχίσει να ανακαλύπτεις τη ροκ μουσική, είναι ανέφικτο να μην ερωτευτείς με τους Thin Lizzy!

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου την πρώτη φορά που τους ανακάλυψα. Θυμάμαι να πηγαίνω σε ένα από τα τρία δισκάδικα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, το Music Center, το οποίο δυστυχώς έκλεισε πλέον, να αγοράσω δισκάκια CD. Έβλεπα εκεί στο ράφι κάποιους από τους δίσκους τους και δεν είχα ιδέα περί τίνος πρόκειται! Πήγα άλλες τρεις φορές και κάποια στιγμή ρώτησα τον αδερφό μου ποιοί είναι οι Thin Lizzy. Όταν μου εξήγησε, αποφάσισα να αγοράσω κάποιο από τα άλμπουμ τους. Μάζεψα κάποια χρήματα και, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα ποιον δίσκο τους να πάρω, διάλεξα αυτόν που είχε το πιο γαμάτο εξώφυλλο. Εδώ να πω πως όλα τους τα άλμπουμ έχουν γαμηστερά εξώφυλλα. Ήμουν λοιπόν ανάμεσα στο “Johnny the Fox”, το “Jailbreak” και το “Fighting”. Διάλεξα λοιπόν το “Fighting” και αυτό γιατί είδα τέσσερις τύπους σε ένα στενό με αλυσίδες, σωλήνες και στιλέτα να δεσπόζουν απειλητικοί. Κάπου εκεί λοιπόν σκέφτηκα με το τότε μου μυαλό, που και τώρα πάλι αυτό θα διάλεγα ως πρώτο μου άλμπουμ, αυτό σίγουρα θα γαμάει αφού οι τύποι είναι έτσι αλάνια. Όλα αυτά έγιναν αφότου σχόλασα από το σχολείο. Γυρνώντας στο σπίτι, έβαλα στο στέρεο το δισκάκι με ανυπομονησία!

Κάπου εκεί άρχισε το ταξίδι μου στον κόσμο των Thin Lizzy από την μακρινή Ιρλανδία που έως και τώρα στα 41 μου έτη δεν σταματούν να με συγκινούν, με μια σφαλιάρα από τα ηχεία με το “Rosalie” να σκάει στα αυτιά μου και τα μάγουλά μου. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα, δεν ήξερα τι συνέβαινε αλλά σίγουρα ήξερα πως αυτό δεν θα το μετανιώσω ποτέ μου!

Είναι Σεπτέμβριος του 1975 όταν οι Thin Lizzy μπαίνουν στο στούντιο “Olympic Studios” στο Λονδίνο, για τον δεύτερο τους δίσκο ως κουαρτέτο με την ίδια σύνθεση. Ο πέμπτος στη σειρά, προηγήθηκε το “Nightlife”, με παραγωγό τον ίδιο τον Phil και με τη βοήθεια του μηχανικού ήχου Keith Harwood.

Αφού προηγήθηκε η αμερικάνικη περιοδεία με τους BTO (Bachman-Turner Overdrive) και τον πολύ Bob Seger, γύρισαν στο νησί για τον καινούργιο τους δίσκο. Ως πρώτο κομμάτι, σίγουρα ως φόρο τιμής για την περιοδεία με τις προαναφερθείσες μπάντες, ξεκινούν με το “Rosalie” του Bob Seger. Πόσο κουλ μπάντα πρέπει να είσαι για να ξεκινάς τον δίσκο σου με διασκευή που την φέρνεις κάθε άλλο παρά στα μέτρα σου ως δικό σου κομμάτι!

Ο δίσκος περιλαμβάνει συνολικά δέκα κομμάτια κιθαριστικού και ατόφιου 70s ροκ. Το “Fighting” με τις διπλές του κιθάρες, ενός Σκοτσέζου και ενός Καλιφορνέζου, αντλεί έμπνευση από το hard rock, folk, pop και τη rhythm and blues σκηνή της εποχής. Έθεσε επίσης τις βάσεις της εμπορικής επιτυχίας του επόμενου τους δίσκου “Jailbreak”. Ήταν επίσης και το πρώτο τους άλμπουμ που μπήκε στα charts της Μεγάλης Βρετανίας και έφτασε στο No. 60.

Εκτός από το “Rosalie”, έχουμε να κάνουμε με εννιά ακόμα ζόρικα και στακάτα τραγούδια που εξιστορούν τις πιο γαμάτες ιστορίες. Το “For Those Who Love to Live” είναι γραμμένο για τον George Best της Manchester United, ο οποίος ήταν πολύ καλός φίλος με τον Phil. Το τέρμα τσαμπουκαλίστικο “Suicide” θέλει πολλά κότσια να γράψεις κομμάτι με τέτοιο τίτλο, ειδικά στη συντηρητική Αγγλία.

Το κομμάτι λοιπόν ερμηνεύτηκε αρχικά από τους Lizzy όταν ο κιθαρίστας Eric Bell ήταν ακόμα στο συγκρότημα, συμπεριλαμβανομένης μιας φοράς σε μία εκπομπή του BBC η οποία ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο του 1973. Ερμηνεύτηκε για πρώτη φορά με διαφορετικούς στίχους με τον τίτλο “Baby’s Been Messing” και δεν είχε το μεσαίο μέρος που εμφανίζεται στο “Fighting”.

Μακράν αγαπημένο μου κομμάτι των Lizzy μπαίνει το “Wild One”, ίσως ό,τι πιο συγκινητικό έχω ακούσει σε όλη μου τη ζωή. Γραμμένο για τους Ιρλανδούς μαχητές και καθώς επίσης και για έναν συναισθηματικό αποχωρισμό. Διπλές κιθάρες και ένα δεμένο rhythm section με τα φωνητικά του ποιητή Phil, σε κάνουν να νιώθεις ότι είσαι πρωταγωνιστής του τραγουδιού.

Και εκεί που προσπαθείς να σκουπίσεις τα δάκρυα και να συνέλθεις από την ανατριχίλα που σου προκαλεί το “Wild One”, να σου και σκάει το “Fighting My Way Back”: “I’m tough, rough, ready and I’m able” οι στίχοι και είσαι έτοιμος για μάχη εναντίον όλων! Τα τύμπανα και το μπάσο σε πρωταγωνιστικό ρόλο και οι κιθάρες σε μελώνουν ενώ παίζεις ξύλο μέσα στα στενά!

Το “King’s Revenge” ξεκινάει με ένα σόλο μπάσου και τις γλυκιές δίδυμες κιθάρες για να σου σκάσει μια ριφάρα αλά Αμέρικα, από τα καλύτερα κομμάτια των Thin Lizzy μακράν. Και το πρώτο σκοτεινό κομμάτι των Lizzy εγένετο με την ονομασία “Spirit Slips Away”. Αν προσέξεις την καριέρα τους, ο Phil γούσταρε να γράφει αργά, βασανιστικά κομμάτια, φυσικά επηρέασε και η κολλητή παρέα με τον Gary Moore, ως ένα σημείο. Στακάτο κομμάτι, με σολάκια, γέφυρες και ένα rhythm section πάλι να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Τα “Silver Dollar” και “Freedom Song” διδυμάκια όπως τα λέω, και αυτά σε πιο αμερικάνικη χροιά με δυναμικές κιθάρες και ζόρικα σόλο. Αν παρατηρήσετε προσεκτικά το “Freedom Song”, την χροιά του δηλαδή ως ολοκληρωμένο τραγούδι, τέτοιον αέρα χρησιμοποιεί και στο album “Bad Reputation”.

Τέλος, ό,τι πιο ζόρικο γράψανε μέχρι το ’75, “Ballad of a Hard Man”, απλά ροκ ύμνος και τίποτα παραπάνω. Δεν χρειάζονται λόγια για το κλείσιμο ενός δίσκου που, αν και έβγαλε μόλις 20.000 πωλήσεις και ακόμα δεν πολύ ασχολιόντουσαν μαζί τους και γενικά σχολιάζανε γιατί δεν είχε ο Τιτάνας Jim Fitzpatrick εξώφυλλο και σε αυτό το άλμπουμ και πως ήταν κάπως άχρωμο κτλ., ήταν ο δίσκος που τους έκανε αυτό που έπρεπε: να είναι ατόφιοι hard rockers, η απόλυτη σύνθεση μελών, ένας μικρός στρατός επί σκηνής και φουλ στακάτοι στο στούντιο. Αν και ο Phil ζοριζόταν πολύ στο studio, ήταν επί της ουσίας μια από τις πιο επικίνδυνες μπάντες επί σκηνής!

Άκρως αδικημένη μπάντα μέχρι και το “Fighting”, αλλά δεν μας πειράζει. Εύχομαι να είναι κάπου ο Phil και να νιώθει δικαίωση, ότι θεωρώ όλη τους τη δισκογραφία ένα ακατέργαστο ατόφιο διαμάντι!

Το “Fighting” είναι το μόνο άλμπουμ, εκτός του πρώτου δίσκου το 1971, όπου μέλη της μπάντας εκτός του Phil λαμβάνουν αποκλειστικά πιστώσεις για το γράψιμο ορισμένων κομματιών. Ο Bell είχε γράψει το “Ray Gun” στο ντεμπούτο τους, και οι Robertson και Gorham τα “Silver Dollar” και “Ballad of a Hard Man”.

Για μένα το “Fighting” βρίσκεται μόνο του σε ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο στην καρδιά μου, με βοήθησε σε δύσκολες στιγμές της ζωής μου και στάθηκε αντάξιο των περιστάσεων, όπως και εγώ απέναντί του. Από το εξώφυλλο έως και την τελευταία νότα, πραγματικά ένα βρεγμένο αγγλικό στενό με τέσσερις τσαμπουκαλεμένους τύπους!

Κλείνω το αφιέρωμα αυτό με στίχους από το “Wild One”…

“How can welive,without your love,you know that could kill you
How can we carry on
When you are gone,my wild one? ”

 

RELATED ARTICLES

Most Popular