Saturday, October 10, 2026
HomeArticlesTributes: The Gathering – Mandylion

Tributes: The Gathering – Mandylion

Το 1995 το metal βρισκόταν σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μεταβατικές περιόδους της ιστορίας του. Οι παραδοσιακές φόρμες του doom, του death και του gothic metal είχαν ήδη αρχίσει να ανοίγουν προς πιο ατμοσφαιρικές και πειραματικές κατευθύνσεις, ενώ παράλληλα η alternative αισθητική της εποχής έφερνε στο προσκήνιο έναν διαφορετικό τρόπο αντίληψης της έντασης: λιγότερο βασισμένο στην ταχύτητα και την επιθετικότητα και περισσότερο στη δημιουργία χώρου, στην αντίθεση ανάμεσα στο βαρύ και το εύθραυστο, στη δύναμη της μελωδίας και στην ατμόσφαιρα. Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, οι The Gathering κυκλοφόρησαν το Mandylion, έναν δίσκο που ακολούθησε τις εξελίξεις και συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωσή τους. Με τις βαριές κιθάρες να συνυπάρχουν με αιωρούμενα πλήκτρα, τις doom καταβολές να συναντούν progressive και alternative-rock αντιλήψεις και, πάνω απ’ όλα, με τη φωνή της Anneke van Giersbergen να μετατρέπει το σκοτάδι από βάρος σε μελωδική αφήγηση, το Mandylio αποτέλεσε μια από εκείνες τις σπάνιες κυκλοφορίες που βρίσκονται ακριβώς πάνω στη γραμμή ανάμεσα σε δύο εποχές.

Για να καταλάβουμε πόσο μεγάλη ήταν η μεταμόρφωση, πρέπει να επιστρέψουμε λίγο πίσω. Οι The Gathering είχαν ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ως ένα σχήμα που κινούνταν στον χώρο του doom/death metal, με εμφανείς επιρροές από Celtic Frost και Hellhammer, ενώ το Always… του 1992 και το Almost a Dance του 1993 ανήκαν ακόμη σε έναν πολύ πιο βαρύ και σκοτεινό κόσμο. Η μπάντα όμως δεν έμοιαζε ποτέ απολύτως ικανοποιημένη με τα όρια αυτού του ήχου. Το Almost a Dance, ειδικότερα, υπήρξε μια προβληματική περίοδος, με την παρουσία των Niels Duffhues και Martine van Loon στα φωνητικά να μην οδηγεί στη χημεία που αναζητούσε το συγκρότημα. Μετά την αποχώρησή τους, οι The Gathering βρέθηκαν σε ένα κρίσιμο σημείο: μπορούσαν είτε να επιμείνουν στη γνώριμη doom φόρμουλα είτε να χρησιμοποιήσουν την κρίση ως ευκαιρία για να ξανασκεφτούν τι ήθελαν να κάνουν. Επέλεξαν το δεύτερο.

Η Anneke van Giersbergen δεν ήταν η προφανής επιλογή για μια μπάντα με αυτό το παρελθόν. Προερχόταν από ένα μουσικό περιβάλλον πολύ πιο ανοιχτό από το metal, έχοντας ασχοληθεί με jazz, blues και funk, ενώ οι δικές της αναφορές δεν περιορίζονταν στις σκοτεινές μουσικές που κυκλοφορούσαν τότε στο ευρωπαϊκό underground. Όταν μπήκε στους The Gathering, όμως, συνέβη κάτι που σήμερα μοιάζει αυτονόητο αλλά το 1995 κάθε άλλο παρά ήταν. Η φωνή της δεν χρησιμοποιήθηκε ως διακοσμητικό στοιχείο πάνω από τα riffs. Έγινε το κέντρο γύρω από το οποίο οργανώθηκε ο καινούργιος ήχος της μπάντας. Οι ίδιοι οι The Gathering έχουν περιγράψει την πρώτη τους ακρόαση με την Anneke ως μια στιγμή άμεσης βεβαιότητας, καθώς οι προηγούμενες οντισιόν δεν είχαν οδηγήσει σε αυτό που αναζητούσαν.

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη παρεξήγηση γύρω από το Mandylion. Πολύ συχνά παρουσιάζεται ως «το άλμπουμ με τη γυναικεία φωνή που άλλαξε το gothic metal». Η ιστορική του σημασία είναι σαφώς μεγαλύτερη. Το 1995 η ιδέα μιας γυναίκας ως κεντρικής φωνής σε ένα metal συγκρότημα δεν ήταν ακόμη το εμπορικό στερεότυπο που θα γινόταν λίγα χρόνια αργότερα. Οι The Gathering δεν υπήρχαν μέσα σε μια ήδη οργανωμένη «female-fronted metal» σκηνή. Αντίθετα, βρέθηκαν μαζί με τους Νορβηγούς The 3rd and the Mortal και, λίγο αργότερα, τους Theatre of Tragedy, σε μια από τις πρώτες στιγμές κατά τις οποίες το καθαρό γυναικείο τραγούδι άρχισε να αποκτά κεντρικό ρόλο στο ακραίο metal. Η ίδια η Anneke έχει αναγνωρίσει την Kari Rueslåtten των The 3rd and the Mortal ως σημαντική έμπνευση για την είσοδό της σε αυτή τη μουσική πραγματικότητα.

Ωστόσο, το Mandylion διαφέρει ουσιαστικά από το μοντέλο που σύντομα θα κυριαρχούσε στο gothic metal. Δεν υπάρχει η μεταγενέστερη λογική του «beauty and the beast», όπου μια σοπράνο ή mezzo-soprano φωνή αντιπαρατίθεται σε brutal ανδρικά growls. Οι The Gathering έχουν εγκαταλείψει σχεδόν ολοκληρωτικά τα growls και δεν χρειάζονται έναν δεύτερο τραγουδιστή για να δημιουργήσουν αντίθεση. Η αντίθεση βρίσκεται μέσα στην ίδια τη μουσική. Ανάμεσα στη βαριά κιθάρα και την καθαρότητα της Anneke, ανάμεσα στο αργό riff και στην ανάλαφρη φωνητική μελωδία, ανάμεσα στη σκοτεινή αρμονία και στην αίσθηση σχεδόν φωτεινής αναπνοής που φέρνει η ερμηνεία της.

Αυτή η συνύπαρξη είναι που κάνει το Mandylion τόσο ξεχωριστό. Οι κιθάρες του René Rutten και του Jelmer Wiersma δεν εγκαταλείπουν ποτέ πραγματικά το doom παρελθόν. Τα riffs είναι βαριά, επαναληπτικά και συχνά χτισμένα πάνω σε αργές αρμονικές κινήσεις, όμως δεν χρησιμοποιούνται πλέον αποκλειστικά για να δημιουργήσουν καταπίεση. Οι The Gathering ανακαλύπτουν ότι το ίδιο βαρύ riff μπορεί να γίνει κάτι άλλο αν τοποθετηθεί κάτω από μια μελωδική φωνή και περιβληθεί από πλήκτρα. Το βάρος παύει να σημαίνει μόνο σκοτάδι και μετατρέπεται σε αντίθεση. Γι’ αυτό και το Mandylion είναι μελαγχολικό χωρίς να είναι μίζερο και σκοτεινό χωρίς να είναι απολύτως απαισιόδοξο.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνέβη σε μουσικό κενό. Στις αρχές των ’90s το metal είχε ήδη αρχίσει να ανοίγει προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Το Gothic των Paradise Lost είχε αποδείξει από το 1991 ότι οι βαριές κιθάρες μπορούσαν να συνδυαστούν με γυναικεία φωνητικά, χορωδιακές υφές και συμφωνικά στοιχεία, ενώ μπάντες όπως οι Anathema και οι My Dying Bride έσπρωχναν το doom σε ολοένα πιο ατμοσφαιρικές περιοχές. Παράλληλα, οι The 3rd and the Mortal είχαν ήδη δημιουργήσει με το Tears Laid in Earth έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο σύνδεσης του doom με αιθέρια, γυναικεία φωνητικά και μια πιο αφαιρετική ατμόσφαιρα. Το Mandylion βρίσκεται μέσα σε αυτή τη ζύμωση, αλλά δεν αντιγράφει κανένα από τα παραπάνω.

Υπάρχει, μάλιστα, μια άλλη επιρροή που γίνεται αισθητή σε όλο το άλμπουμ και συχνά υποτιμάται: οι Dead Can Dance. Η σχέση δεν βρίσκεται τόσο στη συγκεκριμένη μελωδία όσο στην αντίληψη για τον χώρο και την ατμόσφαιρα. Τα πλήκτρα δημιουργούν έναν σχεδόν τελετουργικό χώρο μέσα στον οποίο κινούνται οι κιθάρες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο instrumental ομώνυμο κομμάτι, αλλά και στα δύο μέρη του «In Motion». Με αυτή την έννοια, οι The Gathering κάνουν κάτι τολμηρό: παίρνουν την αργή, βαριά κινητικότητα του doom και την τοποθετούν μέσα σε ένα περιβάλλον που θα μπορούσε εξίσου εύκολα να ανήκει στη darkwave ή στη neoclassical/ethereal αισθητική.

Το εναρκτήριο «Strange Machines» είναι η ιδανική περίληψη αυτής της φιλοσοφίας. Ξεκινά με ήχους και αποσπάσματα από την κινηματογραφική εκδοχή του The Time Machine του H. G. Wells και αμέσως δημιουργεί την αίσθηση ενός κόσμου που βρίσκεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Η μουσική που ακολουθεί είναι εξίσου χαρακτηριστική. Ένα σταθερό, βαρύ riff λειτουργεί σαν κινητήρας, ενώ τα πλήκτρα δημιουργούν μια αιωρούμενη επιφάνεια και η Anneke τραγουδά με τρόπο που δεν θυμίζει τις στερεοτυπικές metal ερμηνείες της εποχής. Η φωνή της δεν προσπαθεί να «νικήσει» την κιθάρα. Την περιβάλλει. Η δυναμική δεν προκύπτει από το ποιος βρίσκεται πιο μπροστά στη μίξη, αλλά από την αλληλεπίδραση διαφορετικών υφών.

Το Eleanor συνεχίζει σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά με μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία. Εδώ φαίνεται καθαρά η ικανότητα της Anneke να μεταφέρει συναίσθημα χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Η φωνή της είναι καθαρή, νεανική και φωτεινή, όμως κάτω από αυτήν υπάρχει μια αρμονική βάση που παραμένει βαριά. Αυτή η αντίθεση θα αποτελέσει αργότερα ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του gothic metal, αλλά στο Mandylion δεν ακούγεται ακόμη ως φόρμουλα.

Το In Motion #1 πηγαίνει ακόμη βαθύτερα σε αυτή την ιδέα. Τα πλήκτρα ανοίγουν τον χώρο πριν εμφανιστούν οι κιθάρες και το τραγούδι αποκτά έναν ρυθμό που δεν είναι ακριβώς αργός αλλά ούτε και πραγματικά γρήγορος. Είναι ένας παλμός, περισσότερο παρά ένα tempo. Η σύνθεση στηρίζεται στην επανάληψη, αλλά η επανάληψη δεν είναι στατική. Κάθε επιστροφή του βασικού θέματος αποκτά διαφορετικό συναισθηματικό βάρος εξαιτίας της φωνής, της δυναμικής και των μικρών αλλαγών στην ενορχήστρωση. Το ίδιο μοτίβο θα επιστρέψει αργότερα ως In Motion #2, δημιουργώντας μια κυκλική δομή που δίνει στο άλμπουμ μεγαλύτερη ενότητα από αυτή που φαίνεται στην πρώτη ακρόαση.

Στο «Leaves» βρίσκεται ίσως η πιο άμεση έκφραση του τι μπορούσε να κάνει η Anneke με τη μουσική των The Gathering. Η μπάντα δεν χρειάζεται να αλλάξει δραματικά το riff ή να ανεβάσει θεαματικά την ταχύτητα. Η ένταση αυξάνεται επειδή η ερμηνεία της γίνεται πιο δυναμική. Είναι σημαντικό ότι η Anneke δεν τραγουδά σαν κλασική metal τραγουδίστρια. Δεν βασίζεται στη θεατρικότητα, στη σοπράνο τεχνική ή σε διαρκή vibrato. Η φωνή της έχει κάτι πιο ανθρώπινο και άμεσο, κάτι που επιτρέπει στους στίχους να λειτουργήσουν ως προσωπική εξομολόγηση και όχι ως gothic διακόσμηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι που, παρά το βάρος του, μοιάζει περισσότερο με ατμοσφαιρικό rock κομμάτι παρά με παραδοσιακό metal.

Το Fear the Sea επιστρέφει στη βαρύτερη πλευρά της μπάντας και υπενθυμίζει ότι το doom δεν έχει εξαφανιστεί. Απλώς έχει αλλάξει λειτουργία. Οι κιθάρες δεν προσπαθούν πλέον να δημιουργήσουν το αίσθημα της ακινησίας που χαρακτήριζε το πρώιμο doom, αλλά δημιουργούν έναν αργό, κυματιστό παλμό πάνω στον οποίο μπορεί να κινηθεί η φωνή. Η θάλασσα του τίτλου γίνεται έτσι περισσότερο ψυχολογικό τοπίο παρά απλή θεματική αναφορά, κάτι που ταιριάζει με τον τρόπο που οι στίχοι της Anneke λειτουργούν συνολικά στο άλμπουμ.

Το ομώνυμο Mandylion είναι ίσως το σημείο όπου η μπάντα απομακρύνεται περισσότερο από το συμβατικό metal. Πρόκειται για instrumental σύνθεση, με έντονα ατμοσφαιρική και σχεδόν τελετουργική διάθεση, στην οποία η κιθάρα δεν λειτουργεί ως πρωταγωνιστής αλλά ως ένα ακόμη στρώμα ήχου. Η παρουσία φλάουτου, πλήκτρων, bells και άλλων κρουστών χρωμάτων επιβεβαιώνει ότι οι The Gathering σκέφτονται πλέον σαν μια rock μπάντα που χρησιμοποιεί το metal ως μία από τις διαθέσιμες γλώσσες της.

Το Sand and Mercury, διάρκειας σχεδόν δέκα λεπτών, αποτελεί την πιο φιλόδοξη σύνθεση του δίσκου και ίσως την πιο καθαρή ένδειξη για το πού θα μπορούσαν να κινηθούν οι The Gathering στο μέλλον. Η σύνθεση αναπτύσσεται αργά, επιτρέποντας στις υφές να αποκτήσουν βάθος αντί να βασίζεται σε μια διαρκή ακολουθία από riffs. Στο τέλος ακούγεται η φωνή του J. R. R. Tolkien από παλαιότερη ηχογράφηση, να παραθέτει λόγια της Simone de Beauvoir σχετικά με τον θάνατο. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, ιδιαίτερα αν γνωρίζουμε ότι το άλμπουμ είναι αφιερωμένο στον Harold Gloudemans, φίλο της μπάντας που πέθανε το 1994. Οι ίδιοι οι The Gathering έχουν συνδέσει την απώλεια αυτή με τη δύσκολη περίοδο κατά την οποία γράφτηκε το άλμπουμ και με το γεγονός ότι ο θάνατος επηρέασε τόσο τη μουσική όσο και τη στιχουργική κατεύθυνση.

Αυτό προσδίδει στο Mandylion μια επιπλέον διάσταση. Είναι ένας δίσκος που δημιουργήθηκε μέσα σε μια πραγματική περίοδο απώλειας και μεταμόρφωσης. Η Anneke έγραψε όλους τους στίχους και η διαδικασία σύνθεσης φαίνεται πως ήταν περισσότερο συλλογική από όσο θα υπέθετε κανείς αν έβλεπε το άλμπουμ αποκλειστικά ως «το ντεμπούτο της νέας τραγουδίστριας». Οι μουσικοί έφερναν riffs και ιδέες, πάνω στις οποίες χτίζονταν σταδιακά οι φωνητικές μελωδίες και οι στίχοι. Έτσι, η Anneke έγινε μέρος μιας διαδικασίας μέσα στην οποία η φωνή άρχισε να επηρεάζει και τη μορφή των ίδιων των τραγουδιών.

Η επιτυχία του δίσκου υπήρξε επίσης σημαντική. Η Century Media πίστεψε στο συγκρότημα και κυκλοφόρησε το άλμπουμ παγκοσμίως, κάτι που η ίδια η Anneke έχει χαρακτηρίσει εκ των υστέρων καθοριστικό για την εξέλιξη των The Gathering. Το Strange Machines έφτασε στο #37 των ολλανδικών singles charts, ενώ το άλμπουμ ξεπέρασε τις 130.000 πωλήσεις στην Ευρώπη, αριθμοί ιδιαίτερα σημαντικοί για ένα συγκρότημα που μέχρι λίγο πριν βρισκόταν βαθιά μέσα στο underground. Οι εμφανίσεις στο Dynamo Open Air και στο Pinkpop ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την παρουσία τους έξω από τα στενά όρια του metal κοινού.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η επιτυχία αυτή προέκυψε επειδή οι The Gathering αγκάλιασαν το doom/death παρελθόν τους και το έφεραν σε ένα σημείο όπου οι κιθάρες μπορούσαν να συνυπάρχουν με αιθέριες μελωδίες, όπου ένα instrumental κομμάτι μπορούσε να σταθεί ανάμεσα σε δύο τραγούδια χωρίς να μοιάζει με filler και όπου μια καθαρή γυναικεία φωνή μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα ενός άλμπουμ που παρέμενε αναμφισβήτητα βαρύ.

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά, αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του Mandylion. Η ιστορία το έχει τοποθετήσει συχνά στην αφετηρία του gothic metal με γυναικεία φωνητικά, όμως η μουσική του είναι πολύ πιο ανοιχτή από αυτή την ταμπέλα. Οι επιρροές από doom, gothic rock, darkwave, Dead Can Dance, progressive rock και την ευρύτερη ευρωπαϊκή ατμοσφαιρική μουσική έχουν λιώσει μεταξύ τους και έχουν δημιουργήσει έναν ήχο στον οποίο το βαρύ και το αιθέριο δεν βρίσκονται σε αντιπαράθεση αλλά σε διαρκή διάλογο.

Γι’ αυτό και το Mandylion εξακολουθεί να ακούγεται τόσο φρέσκο. Αρνήθηκε να αποδεχθεί ότι το παρόν είχε ήδη αποφασίσει τι επιτρέπεται να είναι το metal. Οι The Gathering πήραν τα βαριά riffs του παρελθόντος, τα άφησαν να αναπνεύσουν μέσα σε έναν μεγαλύτερο χώρο, έβαλαν απέναντί τους μια φωνή που δεν είχε ανάγκη να ανταγωνιστεί την κιθάρα και δημιούργησαν κάτι που βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα και έξω από το metal.

Η Anneke van Giersbergen έκανε ορατή μια μουσική κατεύθυνση η οποία υπήρχε ήδη μέσα στη μπάντα αλλά δεν είχε ακόμη βρει τον τρόπο να εκφραστεί. Και οι The Gathering, από την πλευρά τους, έδειξαν ότι η ατμόσφαιρα μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με το riff, ότι η μελωδία μπορεί να κάνει τη βαριά μουσική ακόμη πιο δυνατή και ότι η εξέλιξη δεν χρειάζεται να σημαίνει εγκατάλειψη του παρελθόντος.

Το Mandylion παραμένει, τελικά, ένας δίσκος μετάβασης με την καλύτερη δυνατή έννοια. Αφήνει πίσω του το doom χωρίς να το προδώσει, αγγίζει το gothic χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτό και κοιτάζει προς το alternative rock χωρίς ακόμη να γνωρίζει πού ακριβώς θα οδηγήσει αυτή η διαδρομή. Είναι η στιγμή κατά την οποία οι The Gathering βρίσκουν τη δική τους γλώσσα και, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνονται πλήρως, ανοίγουν μια πόρτα που πολλοί άλλοι θα περάσουν τα επόμενα χρόνια…

Θα έχουμε την ευλογία να ακούσουμε τον δίσκο στην ολότητά του 24 Σεπτεμβρίου στην Μονή Λαζαριστών στην Θεσσαλονίκη και στις 26 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Λυκαβηττού, σε μια παραγωγή της Made of Stone Productions.

RELATED ARTICLES

Most Popular