Είδος: Psychedelic/Occult/Acid Rock, Proto-Metal, Hard Rock
Κυκλοφορία: Φεβρουάριος 1969
Εταιρεία: Mercury
Χώρα: Η.Π.Α.
If witchcraft all the fools condemn
It turns around and crushes them
When good has been twisted
When good has been killed
Then love is resisted and blood will be spilled
Έτυχε ποτέ να νιώσεις πως κάτι σε καλεί μέσα από το σκοτάδι, έρχεται να σε αγκαλιάσει και ο κόσμος όπως τον γνώριζες ως τώρα να μοιάζει πως έρχεται στο τέλος του; Εκείνο το συναίσθημα της ξαφνικής ασφυξίας και του πνιγηρού τρόμου; Στην ιατρική βιβλιογραφία υπάρχει ένα σύμπτωμα που λέγεται “sense of impending doom”, μια αίσθηση δηλαδή επικείμενης καταστροφής, μια έντονη αίσθηση ότι κάτι απειλητικό για τη ζωή ή τραγικό πρόκειται να συμβεί, παρά τον μη εμφανή κίνδυνο. Το “Witchcraft Destroys Minds & Reaps Souls” δημιουργεί ακριβώς αυτό.
Βρισκόμαστε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν η Jinx Dawson και ο Oz Osborne, αποφασίζουν το 1966 να δημιουργήσουν το δικό τους συγκρότημα, τους Coven, αφήνοντας πίσω τους Him, Her and Them. Δεδομένου ότι το καλοκαίρι που ακολούθησε ήταν το «καλοκαίρι της αγάπης» (το οποίο ήταν πολλά περισσότερα από το γνωστό σήμα της ειρήνης, αλλά αυτό είναι μια ιστορία για άλλη στιγμή), αδιαφιλονίκητα οι Coven ξεχώρισαν ως κάτι μοναδικό στο Chicago. Με την προσθήκη του Rossi στα drums, δημιούργησαν μια καθηλωτική εμφάνιση που συνδύαζε λίγο Hard Rock, λίγο Rock’n’Roll και πολύ τρόμο. Η Jinx έβγαινε μέσα από φέρετρα, μια φιγούρα του Ιησού σταυρωμένου ανάποδα βρισκόταν στο σκηνικό και ψαλμωδίες στη λατινική γλώσσα ήταν όσα έπρεπε για να τραβήξουν τα μάτια πάνω τους. Σχετικά γρήγορα (για την εποχή πάντα) ξεκινούν να περιοδεύουν με τους Yardbirds του Jimmy Page, τον Alice Cooper και τους Vanilla Fudge μεταξύ 1967-1968, ενώ τον επόμενο χρόνο υπογράφουν με την Mercury και κυκλοφορούν τον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο, στον οποίο θα εντρυφήσουμε στο παρόν άρθρο.
Το “Witchcraft Destroys Minds & Reaps Souls” ήρθε για να ταράξει τα νερά της τότε underground σκηνής, χρησιμοποιώντας θέματα που μέχρι τότε ήταν λίγο «τζίζ». Η μαγεία και ο Σατανισμός των στίχων, σε συνδυασμό με την ανατριχιαστική ικανότητά τους να μεταφράζουν το συναίσθημα σε occult rock μουσική, ανέδειξαν τους Coven ως πρωτοπόρους του είδους αυτού. Σχεδόν ειρωνικά, ο ήχος τους δεν ήταν από μόνος του Heavy Metal, γιατί ως είδος ακόμα δεν είχε καθιερωθεί. Θα έλεγε κανείς πως ήταν οι πιο σκοτεινοί Jefferson Airplane, που αντί να μιλάνε για επαναστάσεις και λευκά κουνελάκια, μιλούσαν για όργια, ανθρωποθυσίες, συμφωνίες με τον Διάολο, τελετές και όλα αυτά τα όμορφα.
Η πρώτη πλευρά του “Witchcraft” αποτελείται από εννέα κομμάτια δικής τους έμπνευσης, με το “Wicked Woman” να ξεχωρίζει μαζί με το “For Unlawful Carnal Knowledge”, το οποίο και «δανείστηκαν» αργότερα οι Van Halen. Με την δεύτερη πλευρά, ο δίσκος κλείνει με την δεκατριών λεπτών επίκληση του “Black Mass”, γραμμένη από τον παραγωγό τους, Bill Traut, της Dunwich Productions, και η οποία περιγράφεται ως «η πρώτη Black Mass (ως αποκρυφιστική τελετή) που καταγράφηκε είτε γραπτώς είτε προφορικώς». Εδώ για πρώτη φορά στην δισκογραφία καταγράφηκαν λατινικές εκφράσεις όπως η “Ave Satanas”, παράδειγμα το οποίο αργότερα ακολούθησαν είτε black metal συγκροτήματα, είτε μπάντες όπως οι Black Sabbath στον πρώτο τους δίσκο (θα αναφερθούμε εκτενέστερα αργότερα στους B.S.). Επίσης να πούμε ότι με αφορμή το “Black Mass” ο δίσκος συνοδευόταν από το θρυλικό αντίστοιχο poster, όπου τα μέλη των Coven ετοιμάζονται για την σατανική τελετή τους κάνοντας devil horns (που θεωρώ ότι λάνσαραν πρώτοι στην μουσική μας), ενώ η Jinx (ελέγχεται αυτό*) κείτεται στον βωμό γυμνή κρύβοντας τα επίμαχα σημεία με νεκροκεφαλές και δισκοπότηρα.

*Υπάρχει διχογνωμία σχετικά με το αν είναι πράγματι η Jinx επάνω στον βωμό, καθώς η ίδια είχε αφήσει να εννοηθεί πως θεωρούσε τον εαυτό της υπέρβαρο για μια τέτοια φωτογράφιση. Σύμφωνα με μερικούς, η κοπέλα που ποζάρει είναι
Φυσικά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη μια τέτοια κυκλοφορία. Για να μπούμε και στο χρονικό πλαίσιο, ο δίσκος κυκλοφορεί τον Φεβρουάριο του 1969, ενώ μερικούς μήνες μετά, τον Αύγουστο, την αμερικανική κοινωνία αλλά και παγκόσμια κοινότητα συγκλονίζουν οι δολοφονίες των Tate – La Bianca υπό τη καθοδήγηση των Tex Watson και Charles Manson. Όπως ήταν αναμενόμενο λόγω της φύσης της «οικογένειας Manson», η σύνδεση των δολοφονιών με οτιδήποτε κολυμπούσε έξω από τα νερά της πουριτανικής κοινωνίας που προσπαθούσε να συνέλθει. Λάδι στη φωτιά έριξε το τεύχος Μαρτίου (1970) στο περιοδικό Esquire, που έφερε τον τίτλο “Evil Lurks In California” («Το Κακό Παραμονεύει στην Καλιφόρνια»), το οποίο συνέδεσε την αντι-κουλτούρα και το ενδιαφέρον για το occult των νέων της περιόδου με τον Charles Manson και τις δολοφονίες, ενώ έγινε σαφής αναφορά στον συγκεκριμένο δίσκο και ειδικά στο τραγούδι “Black Mass”, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί ο δίσκος από την κυκλοφορία. Η χαριστική βολή δόθηκε όταν εμφανίστηκε μια φωτογραφία του Charles Manson να κρατά μια κόπια του “Witchcraft” έξω από ένα δισκοπωλείο του Los Angeles. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν να συνδεθούν οι Coven ψευδώς με τον αρχηγό της σέχτας, παρόλο που το συγκρότημα δεν είχε ποτέ γνωρίσει τον Manson προσωπικά. Συναυλίες ακυρώθηκαν, κόπιες δίσκων επιστράφηκαν στα σημεία πώλησης και η δισκογραφική απέσυρε την όποια υποστήριξη. Μετά από το single του 1971 “One Tin Soldier” (ηχογραφήθηκε από την Dawson για την ταινία Billy Jack και έκανε μια σεβαστή επιτυχία) και δύο λιγότερο σκοτεινούς δίσκους, οι Coven μπήκαν στον πάγο το 1976.
<iframe width=”560″ height=”315″ src=”https://www.youtube.com/embed/tPNnN98U-rc?si=Nuh-650eWi99ejfH” title=”YouTube video player” frameborder=”0″ allow=”accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share” referrerpolicy=”strict-origin-when-cross-origin” allowfullscreen></iframe>
Η επιρροή που έχουν ασκήσει οι Coven σε όλο το φάσμα του πιο σκοτεινού metal, δεν μνημονεύεται – θεωρώ – όπως τους αξίζει. Είναι σπάνιες οι αναφορές στο όνομά τους και συνήθως απλά επικεντρώνονται στην αισθητική τους. Κατά γενική ομολογία, ήταν οι Coven αυτοί που εισήγαγαν τα devil horns, τους ανάποδους σταυρούς και τα “Hail Satan” στην ευρύτερη αισθητική της μουσικής κοινότητας, εξού και η αναφορά στο poster του “Black Mass” ανωτέρω. Όσον αφορά τα devil horns, o Geezer Butler τα εισήγαγε στους Black Sabbath (και δεδομένου ότι ήταν ο βασικός στιχουργός των Άγγλων, είναι λογική η επιρροή από τα θέματα των Coven), ενώ ο Ronnie James Dio αργότερα τα μεταμόρφωσε σε οικουμενικά αποδεκτό σήμα. Η σύνδεση των Black Sabbath με τους Coven δεν σταματά εδώ. Ο πρώτος εν προκειμένω δίσκος των Coven συμπεριλαμβάνει το τραγούδι “Black Sabbath” – όνομα το οποίο χρησιμοποίησαν οι Άγγλοι αφήνοντας πίσω το πρότερο όνομα Earth, ενώ το όνομα του μπασίστα των Coven ήταν Oz Osbourne, το οποίο οικειοποίησε ο John Michael Osbourne μένοντας στην ιστορία ως Ozzy Osbourne. Μην ξεχνάμε επίσης πως οι Black Sabbath διασκεύασαν το “Evil Woman” των Crow, οι οποίοι ανήκαν στο ίδιο management Arkham Artists, που είχε βάση στο Chicago, όπως και οι Coven, άρα δεν υπάρχει περίπτωση κανένας να μην πήρε χαμπάρι. Ο Tony Iommi ερωτηθείς για το μουσικό και αισθητικό αποτύπωμα των Coven στους Black Sabbath, αρνήθηκε πολλές φορές κατηγορηματικά την όποια σύνδεση, τονίζοντας μάλιστα ότι έμαθαν την ύπαρξη των Coven εφόσον είχαν ήδη κυκλοφορήσει τον πρώτο τους δίσκο (και κάπου εδώ να πούμε ότι οι ηχογραφήσεις για το “Black Sabbath” ξεκίνησαν αρκετούς μήνες μετά την κυκλοφορία του “Witchcraft”). Αντιλαμβάνομαι πως ήθελαν να αποτρέψουν τη σύνδεση των Black Sabbath με τους φόνους που διέπραξε η «οικογένεια» Manson, αλλά δεν μπορούμε να λέμε ότι όλα τα ανωτέρω ήταν απλές συμπτώσεις! Δεν μπορεί να αποδέχεσαι στην ευρωπαϊκή πλευρά της μουσικής βιομηχανίας την σύνδεση με το όποιο «σατανιστικό» μονοπάτι ή να δέχεσαι τον Anton LaVey, ιδρυτή της Church of Satan, να παρεβρίσκεται στις συναυλίες σου με όσα αυτό επιφέρει στην φήμη σου και ταυτόχρονα να απορρίπτεις την όποια σύνδεση με τους Coven. Ας είμαστε κάπου ανθρώποι.
Βασικός πυλώνας των Coven ήταν ανέκαθεν η Jinx Dawson, η οποία ποτέ δεν αρνήθηκε να μιλήσει για την σχέση της με την μαγεία και το «διαβολικό μονοπάτι». Σύμφωνα με την ίδια σε παλαιότερη συνέντευξη: «Ανέκαθεν ασχολιόμουν με την μαγεία, από τότε που ήμουν παιδί. Έβγαινε από μέσα μου πολύ φυσικά, σαν ένας καλός φίλος. […] Μεγάλωσα πολύ γρήγορα δίπλα στους μεγαλύτερους συγγενείς μου – δύο θείες μου είχαν ειδικές γνώσεις για το (σημ. συν. θρησκευτικά) αριστερό μονοπάτι. Έμενα στην έπαυλή τους και έμαθα όσα μου επιτρεπόταν. Τα απορρόφησα όλα και έγιναν πάθος. Η μαγεία τους ήταν κολλητική και παντοδύναμη.». Η Jinx δεν δίστασε ποτέ να ενσωματώσει όλα όσα ξέρει περί μαγείας και στο συγκρότημα. Μάλιστα, σχετικά με το “Wicked Woman” είχε αναφέρει πως το τραγούδι προέκυψε μετά από μια τελετή που διεξήγαν, όπου έδωσαν όρκο αίματος να απελευθερώνουν την εσωτερική τους αλήθεια μέσω της μουσικής. Η αινιγματική frontwoman, με την πάντα θεατρική και μυστικιστική παρουσία, με την φωνή που αναμειγνύει την ψυχεδέλεια με την μαγεία, έχει μείνει στην ιστορία ως η «σκοτεινή ιέρεια», τίτλος που προσπάθησαν πολλές μεταγενέστερες καλλιτέχνιδες να φτάσουν. Πέραν των ανωτέρω, θεωρώ πως η Jinx άνοιξε τον δρόμο για πολλές καλλιτέχνιδες και τους έκανε να σπάσουν όποια εμπόδια υπήρχαν σε μια αμιγώς ανδροκρατούμενη μουσική κοινότητα. Ειδικά αν σκεφτούμε πότε έκανε όλα όσα έκανε, έδωσε αέρα στα φτερά συγκροτημάτων όπως οι Jex Thoth, οι Blood Ceremony, οι Devil’s Blood, οι Lucifer, οι Blues Pills και οι Anatarium μεταξύ πολλών άλλων.
Fun fact: Οι Nirvana και ο Kurt Cobain άκουγαν συνεχώς το “Witchcraft Destroys Minds & Reaps Souls” κατά τη διάρκεια της περιοδεία τους το 1990.
Θα έχουμε την χαρά και την τιμή να απολαύσουμε ζωντανά τους Coven και την Jinx Dawson σε δύο συναυλίες επί ελληνικού εδάφους, στις 22 Απριλίου στην Αθήνα (Gazarte) και στις 23 Απριλίου στη Θεσσαλονίκη (Eightball) μαζί με τους Saturday Night Satan. Ανυπομονούμε!

Ελληνικά