Ένα ακόμη “διαμάντι στη σκόνη” του αθηναϊκού underground των αρχών της δεκαετίας του ’90 βρίσκει μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να επανασυστηθεί στο κοινό, χάρη στην ηρωική Floga Records, πάγιο επενδυτή της ελληνικής σκηνής (σε παλιές και νέες κυκλοφορίες, ειρήσθω εν παρόδω) εδώ και αρκετά χρόνια. Οι Selefice (παραφθορά του Lovecraft-ικού τοπωνυμίου η οποία προσθέτει στο cult υπόβαθρο της κυκλοφορίας), μετά από ένα demo το 1991 και έχοντας εμφανιστεί στη συλλογή Metal Under… Greece της Molon Lave το 1993 με το Nothing but Freedοm, κυκλοφορούν την ίδια χρονιά το μέχρι σήμερα ένα και μοναδικό τους album. “Where is the Heaven”, κύριοι. Σκοτεινή ατμόσφαιρα των δύο πρώτων Paradise Lost, κιθάρες καθαρά χεβιμεταλλικής κοπής, ελληνική αδρότητα (τουτέστιν αυθορμητισμός που συνεπάγεται μία καλώς νοούμενη “ατσουμπαλοσύνη” -sic- αλλά και ταυτότητα – προσόν που ΔΥΣΚΟΛΑ το κατακτάει κανείς), αλλά -πολύ σημαντικό- και στιχουργική που ξέφευγε, ήδη από τότε, από τα, ας το θέσουμε ευγενικά, “σκοτεινά” κλισέ του ακραίου χέβι (διότι περί αυτού πρόκειται) μέταλ, καταθέτοντας θέματα κοινωνικά σε βιωματικό ύφος. Το κουαρτέτο τα δίνει όλα, με τον Μίλτο Τζαλαγιάννη να βγάζει το λαρύγγι του πάνω στο μικρόφωνο, και ταυτόχρονα να πλέκει δυνατά θέματα και μελωδίες στις κιθάρες μαζί με τον Πέτρο Μιχόπουλο-ενότητες απλές, πλην όμως μεστές, εμπνευσμένες, πορωτικές, τα δε ακουστικά περάσματα αφήνουν τα τραγούδια να αναπνεύσουν. Το rhythm section των Δημήτρη Βραχίδη και Βαγγέλη Καλλέργη σε μπάσο και τύμπανα αντιστοίχως είναι στιβαρό, δεμένο, προσφέροντας ακατάσχετο κοπάνημα. Οι πικρές μελωδίες, ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ φλώρικες, προσθέτουν στη διάθεση ενδοσκόπησης που φαίνεται να διακατέχει το δίσκο, του οποίου η απόλαυση φτάνει στην κλιμάκωσή της με ακουστικά, νυχτερινές ώρες, κατά μόνας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Selefice είναι τίποτα διανοούμενοι που κλαίνε τη μοίρα τους πάνω από χαμένες αγάπες ή κάτι τέτοιο-απεναντίας, ουκ ολίγες φορές ο γράφων έλυσε τα μαλλιά που του απομένουν ακολουθώντας τα χεβιμεταλλικά κρεσέντο της μουσικής τους. Οι ίδιοι δίνουν την εντύπωση μοναχικών οδοιπόρων που βαδίζουν σταθερά και σίγουρα σε κρυφά μονοπάτια, απροσπέλαστα, των οποίων ο προορισμός ανταμείβει. Δεν ξέρω γιατί το έργο μ’ αυτούς δεν προχώρησε παραπέρα, με αποτέλεσμα το άλμπουμ να ακούγεται σαν μια χαμένη ευκαιρία, κάτι κατάφωρα άδικο για το καλλιτεχνικό του βάρος (το ανατολίτικο, δυσοίωνο μοτίβο του “Ι will die by evil ways” πείθει με το παραπάνω για τις προθέσεις του). Ξέρω σίγουρα ότι λίγες ελληνικές μπάντες, ελάχιστες, για να ακριβολογούμε, είχαν ΑΥΤΗΝ την ταυτότητα (ένα άλλο σχήμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι οι Τιτάνες Blood Covered, για τους οποίους επιφυλάσσομαι -εκεί στην Floga Records αν μας βλέπουν, ας κάνουν κάτι και για αυτό!- ή οι Necromantia) καταδίκης, της άρνησης της λύτρωσης ως συνειδητής επιλογής και όχι ως εφηβικής γηπεδικής ατάκας. Και ξέρω επίσης ότι θα συμπληρώσω ένα κενό της δισκοθήκης μου, κενό που αυτόματα δημιουργήθηκε με την πρώτη ακρόαση του “Where is the Heaven”.

You’ll never understand the way
I feel I’ll never understand, I have to go
Where is the heaven I know
Where is the symbol of life…