Καλησπέρα Κώστα και Λευτέρη. Σας ξανα-καλωσορίζουμε στο Metal Invader. Σε τι φάση σας πετυχαίνουμε;

Γεια χαρά παιδιά, μας πετυχαίνετε πάνω στην προσπάθεια ολοκλήρωσης του νέου μας album. Έχουμε μια ντουζίνα έτοιμα κομμάτια αλλά θέλει ακόμα δουλειά μέχρι να μπούμε στο studio. Για κάθε μπάντα αυτό το στάδιο προετοιμασίας ενός νέου δίσκου νομίζω ότι είναι μια καλή περίοδος.

Δισκογραφικά έχετε ατονήσει πολύ, αν και το ρήμα είναι λίγο αντιφατικό με την ενέργεια που αναβλύζει από τα ηχεία κάθε φορά που κάποιος ακούει Head Cleaner. Ποιος είναι ο λόγος;

Επειδή αυτό που με ρωτάς το έχω ακούσει και από άλλους φίλους, ξέρεις μου φαίνεται κάπως παράξενο που έχει σχηματίσει ο κόσμος αυτή την εντύπωση διότι ok ναι μεν το τελευταίο μας full length κυκλοφόρησε την Άνοιξη του 2013, ωστόσο τον Οκτώβριο του 2014 κυκλοφορήσαμε ένα μεγάλης διάρκειας split με τους Progress Of Inhumanity αλλά και τον Οκτώβριο του 2017 άλλο ένα  split με τους Αυστριακούς Mastic Scum [και τα δύο σε βινύλιο από την εξαιρετική Screaming Victims, ρίξτε μια ματιά στην σελίδα του distro και αγοράστε για τον εαυτό σας καμιά κόπια], οπότε παραγωγικά αν το σκεφτείς τα δέκα αυτά συνολικά κομμάτια, εύκολα θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσει το υλικό ενός ακόμα full length album και τώρα δεν θα μιλούσε κανείς για αδράνεια. Από την πλευρά μου λοιπόν, δεν νομίζω ότι έχουμε αδρανήσει ποτέ δισκογραφικά την τελευταία δεκαετία. Έχουμε έξι επίσημες κυκλοφορίες από το 2009 και δώθε.

Πως θα περιέγραφες την μουσική των HC;

Επειδή οι ταμπέλες υπάρχουν για να μας διευκολύνουν τη ζωή, θα περιέγραφα την μουσική μας σαν death/grind. Δεν παίζαμε ποτέ αμιγώς grindcore, δεν παίζαμε ποτέ παραδοσιακό death metal, το ύφος και ο ήχος μας κινείτο πάντα ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μουσικά είδη και επίσης θεωρώ ότι αρκετά κομμάτια μας φλερτάρουν με το thrash και με το punk. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτές τις τέσσερις ταμπέλες λοιπόν μπορώ να πω ότι θα αναγνωρίσεις την μουσική των HC.

Τι σας οδήγησε σαν καλλιτέχνες, να δημιουργήσετε μια τόσο αντιεμπορική ή δυσχώνευτη μουσική;

Κοίταξε από την μια πλευρά η ενασχόλησή μας με το συγκεκριμένο μουσικό είδος προέκυψε σαν ανάγκη μίμησης των εφηβικών μας ακουσμάτων, στην δική μας γενιά σχεδόν όλοι οι μεταλλάδες δεν περιορίζονταν μόνο στον ρόλο του ακροατή, νομίζω ότι οι ακροατές ήταν πάντα λιγότεροι από τους μπανταίους, εννοείται λοιπόν όταν είσαι 15 χρονών με τα πλούσια μακριά εφηβικά μαλλιά σου κι ακούς 200 φορές την ημέρα το hammer smashed face και χτυπιέσαι μπροστά στον καθρέφτη κάνοντας ότι παίζεις κιθάρα δεν θ’ αργήσει η στιγμή που θα αγοράσεις και μια αληθινή κιθάρα και θα πας να το ζήσεις. Τώρα που το σκέφτομαι το Metal είναι τέρμα διαδραστική μουσική, ο ακροατής δεν αρκείται ποτέ στο να κάθεται σε μια γωνιά κι απλά ν’ απολαμβάνει την μουσική, συμμετέχει στο κομμάτι με τον τρόπο του, με air guitar, με head banging, τραγουδώντας, ουρλιάζοντας σε σημείο κάποιες φορές να γίνεται γραφικός αλλά οκ αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Αυτές λοιπόν ήταν οι επιρροές μας σε πρώτη φάση, Napalm Death, Brutal Truth, λατρεύαμε το attitude αυτών των μπαντών, την ιδεολογική τους στάση απέναντι στα πράγματα. Μιλώντας προσωπικά για ‘μένα, μελετώντας αυτούς τους μουσικούς δρόμους αναγκαστικά κλείδωσα εδώ, δεν μπορώ να πάω να παίξω ξαφνικά κάτι άλλο, πρώτον επειδή δεν μπορώ να παίξω κάτι άλλο σαν κιθαρίστας, εννοώ δεν ξέρω να παίξω κάτι άλλο, δεν έχω την ικανότητα, αλλά και επειδή κυρίως αυτό μου βγαίνει σαν αίσθηση όταν πιάνω μια κιθάρα στα χέρια μου.

Πως θα περιέγραφες το grindcore σε κάποιον;

Το grindcore είναι κάτι σαν ηχητικό απόφθεγμα. Λες πολλά με μια πρόταση, με τρία ακόρντα. Για να το πω διαφορετικά επειδή είναι στην μόδα και το masterchef, ένας καλός grindcore δίσκος είναι σαν ένα μενού ντεγκουστασιόν. Πολύ μικρές μερίδες με τέρμα συμπυκνωμένη γεύση και συνεχή ροή διαφορετικών πιάτων. Είναι δυσκολοχώνευτο γιατί ο μέσος ακροατής δεν το αντιλαμβάνεται, θέλει να φάει μια μερίδα μακαρόνια με κιμά κι όχι δεκαπέντε διαφορετικές μπουκιές από δεκαπέντε διαφορετικά random πιάτα για να χορτάσει. Ωστόσο αν το μελετήσεις θα καταλάβεις ότι εκεί είναι η νοστιμιά.

Υπάρχει ελληνική σκηνή στο ιδίωμα αυτό;

Ναι υπάρχει μια πολύ μικρή μουσική σκηνή η οποία αποτελείται από τους Head Cleaner, τους Progress of Inhumanity, τους Slavebreed (δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι παίζουμε συνέχεια μαζί) και φυσικά μερικές ακόμα μπάντες που μπορεί να τις απολαύσει κανείς κυρίως σε squats, στο Βιολογικό εδώ στην Θεσσαλονική, στο Πολυτεχνείο κάτω στην Αθήνα και σε άλλους αυτοοργανωμένους χώρους φυσικά. Πρόσφατα άκουσα μια ηχογράφηση των Grindbull που μου έστειλε ένας φίλος από Αθήνα και πραγματικά είναι super. Μου άρεσαν πάρα πολύ τα παιδιά.

Βρίσκεις πως ταιριάζει σαν ήχος στο ελληνικό κοινό;

Ξεκάθαρα όχι. Ο Έλληνας είναι Βαλκάνιος, Ανατολίτης. Tο grindcore, το metal γενικά, είναι Δυτικά ακούσματα. Δεν ταιριάζουν στον Έλληνα γι’ αυτό και δεν είναι εμπορικά.

Θα δοκιμάζατε ποτέ να κάνετε κάτι ποιο εμπορικό ή παραδοσιακό -στον σκληρό ήχο πάντα- κάτω από το όνομα των Head Cleaner;

Δεν νομίζω καν πως θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι εμπορικό ακόμα κι αν το προσπαθούσαμε. Η mainstream μουσική παίζεται κυρίως από καλούς μουσικούς, πράγμα που δεν είμαστε, επίσης χρειάζεται πολλά χρήματα για να γίνει, πράγμα που δεν διαθέτουμε και θέλει καθοδήγηση από κάποιον παραγωγό, που στην Ελλάδα τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν. Για όλους τους παραπάνω λόγους λοιπόν όχι, δεν θα το δοκιμάζαμε διότι θα ακουγόταν καρικατουρίστικο. Συν τοις άλλοις, θεωρούμε έτσι κι αλλιώς γελοίο το να νομίζει κάποιος ότι παίζοντας metal στην Ελλάδα έχει ελπίδες να κονομήσει φράγκα.

Πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος να συνυπάρχουν πολιτική και μουσική ή ιδεολογίες και τέχνες ή αυτά πρέπει να διαχωρίζονται;

Προσωπικά θεωρώ απαραίτητο να συνυπάρχει η μουσική και η τέχνη γενικότερα με την πολιτική διότι σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση είναι κατασκεύασμα άνευ περιεχομένου. Τα πιο γελοία τραγούδια είναι τα απολιτίκ, μπαμ και κάτω έτσι απλά μωράκι μου φευγάτο …τα λέγαμε. Οι πιο γελοίοι καλλιτέχνες ήταν οι τύποι που έγραφαν χαρούμενα τραγούδια την εποχή της χούντας, όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο, καθόσουν στο διπλανό θρανίο, κενότητα, αηδία. Η ιδεολογία και η τίμια πολιτική στάση νοηματοδοτεί το μουσικό περιεχόμενο, τον ήχο.

Ξέρω ότι έχετε πολλή ένταση στα άλμπουμ σας, αλλά πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να το μεταφέρετε στην σκηνή στις ζωντανές σας εμφανίσεις;

Στην σκηνή μέσες άκρες ο κόσμος βλέπει αυτό που συμβαίνει και στην πρόβα, όταν το ζούμε το βγάζουμε και προς τα έξω. Υπάρχουν μπάντες mainstream που όλα τους τα σόου είναι σκηνοθετημένα. Ρούχα, φώτα, χτένισμα κτλ. Εμείς κάθε φορά το βγάζουμε όπως το ζούμε εκείνη τη στιγμή, άλλοτε με περισσότερη κι άλλοτε με λιγότερη ένταση, πάντως αυθόρμητα.

Τι έχετε προγραμματίσει για το άμεσο μέλλον για την μπάντα;

Στόχος μας είναι μέχρι το τέλος του έτους να έχουμε ηχογραφήσει το καινούριο μας album, στο ενδιάμεσο θα κάνουμε κάποια live στην επαρχία.

Τι να περιμένει ο κόσμος που θα έρθει το Σάββατο στο Eightball να σας δει με τους Mass Infection;

Ένα ωραίο live μεταξύ φίλων. Ειδικά στην Θεσσαλονίκη έχουμε μείνει πια πολύ λίγοι. Ελάτε για καμιά μπίρα, δεν γίνονται πια και τόσο συχνά τέτοια live.

Το κλείσιμο δικό σας.

Σ’ ευχαριστούμε για την συνέντευξη, είναι πάντα ωραίο να τα λέμε, ελπίζω να δίνονται ευκαιρίες να τα λέμε και συχνότερα από κοντά, ειδικά φέτος με την τρελή πορεία της ΠΑΟΚάρας έχουμε πολλά θέματα συζήτησης και πολλούς λόγους για να τσουγκρίζουμε τις μπίρες μας.