Καλώς ήρθατε στο Metal Invader. Μιας και είναι η πρώτη σας συνέντευξη στο περιοδικό, πείτε μας 2 λόγια για τη δημιουργία και τη σύσταση των Steel Arctus.

(Nash G.) Αρχικά, να σας ευχαριστήσουμε για την πρόσκλησή σας και για την όλη σας υποστήριξη για το νέο μας δίσκο. Oι Steel Arctus ήταν μια ιδέα που είχα από καιρό –πριν το 2020– για τη δημιουργία ενός project στο οποίο θα συνδύαζα epic heavy metal μουσικά στοιχεία με στίχους φαντασίας σε μια αφηγηματική σπονδυλωτή ιστορία. Κάθε δίσκος θα αφηγούνταν ένα κομμάτι της, δηλαδή κάποιες από τις περιπέτειες του πολεμιστή Steel Arctus.

Σε συνεργασία με πολύ ταλαντούχους μουσικούς όπως τον Τάσο Λάζαρη στα φωνητικά, τον Strutter σε παραγωγή/μπάσο/πλήκτρα και σε πολλούς άλλους τομείς, αλλά και τον Πορτογάλο Xines είχαμε ένα πολύ δυνατό ξεκίνημα. Η ανταπόκριση του κόσμου μας έδωσε μια ώθηση για την πλήρη δημιουργία μιας ενεργής μπάντας, με την οποία μάλιστα θα αρχίσουν και οι ζωντανές εμφανίσεις. Σε κάθε περίπτωση, κοινή επιθυμία είναι να υπάρχει συνέχεια και εξέλιξη του συγκροτήματος.

Πόσο εύκολο είναι για τα 3 μέλη του group, να συνεργάζονται ενώ μένουν σε διαφορετικές περιοχές;

Η μπάντα ξεκίνησε ως τριάδα, αλλά πλέον έχουμε και ως μόνιμο μέλος τον Strutter του Valve studio. Η συνεργασία, πλέον, λόγω διαδικτύου και ύπαρξης προσωπικού εξοπλισμού των μελών (στούντιο/όργανα/μέσα ηχογράφησης) είναι εύκολη, άμεση και αποδοτική. Πιο συγκεκριμένα δηλαδή ετοιμάζω στο προσωπικό μου στούντιο τους οδηγούς των κομματιών, έπειτα κάθε μέλος γράφει τα μέρη του στον προσωπικό του χώρο και μετά όλα μιξάρονται και επεξεργάζονται επαγγελματικά από τον Strutter. Όλα τα παιδιά χάρη στην εμπειρία τους βάζουν τις κατάλληλες πινελιές και αφήνουν το μουσικό αποτύπωμά τους. Μπορεί κάποια στιγμή να καταφέρω και να τους έχω όλους κλεισμένους σε ένα στούντιο και να γράψουμε τη μουσική με πιο φυσική αλληλεπίδραση και ζωντανή επικοινωνία.

Στον πρώτο σας δίσκο “Fire and Blood”, οι στίχοι πραγματεύονταν τις περιπέτειες του πολεμιστή Steel Arctus. Συνεχίζεται αυτό και στο “Master of War”; Ενδέχεται να συνεχιστεί και σε επόμενες δουλειές σας;

Ναι, πράγματι. Οι στίχοι, κατά βάση, εξιστορούν και θα εξιστορούν τις περιπέτειες και τις ιστορίες του Steel Arctus, όπως τις βιώνει μέσα στο δικό του κόσμο. Στο “Fire and Blood” κεντρικό θέμα είναι η επίθεση από τις δυνάμεις του Κακού εναντίον του μικρού χωριού του ήρωα.  Η πατρίδα του βρίσκεται στα βουνά της Πίνδου και ο ίδιος είναι άγρυπνος φρουρός στο γεφύρι, που συμβολίζει και το μυστικό πέρασμα σε άλλες μυθικές διαστάσεις, σε άλλους χωροχρόνους. Οπλισμένος με το περιβόητο σφυρί του, το Hellhammer, μάχεται εναντίον του δαίμονα, Doombringer, αλλά τελικά χάνει το χωριό του και την αγαπημένη του κυρά, την Arcadian Lady.

Στο “Master of War” μετά από εξωτερικές περιπλανήσεις και εσωτερικές αναζητήσεις,  επιχειρεί την κατάβαση στον Άδη, τη δική του Νέκυια, σύμφωνα με την προτροπή του σοφού Νεκρομάντη. Έτσι, τον βρίσκουμε στον Κάτω Κόσμο να μάχεται και να αναζητά την Arcadian Lady, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας με μυστικούς γρίφους και αιφνίδιες ανατροπές. Η διαδρομή του μόλις έχει ξεκινήσει και θα δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος σταθμός και ο τελικός προορισμός του στους επόμενους, με το καλό, δίσκους… Πάντως, γενικά, θα συνεχίζει στιχουργικά πάνω στο ίδιο μοτίβο και στον ίδιο κόσμο μυθοπλασίας, όπου συνδυάζονται αναφορές από τα προσωπικά μου βιώματα και διαβάσματα τόσο από την ελληνική μυθολογία όσο από τον κόσμο της φαντασίας με επιρροές από τον Τόλκιν και άλλους συγγραφείς της φανταστικής λογοτεχνίας.

Στο ντεμπούτο σας συστηθήκατε στον κόσμο δείχνοντας τις μουσικές σας αρετές αλλά το “Master of War” σας βρίσκει βελτιωμένους συνθετικά και σε απόδοση. Εσύ πού εντοπίζεις τις βασικές διαφορές ανάμεσα στα 2 albums; Βλέπεις την “ομάδα” να δένει και να βρίσκει τα πατήματα της;

Σίγουρα στο δεύτερο «έδεσε» καλύτερα η ομάδα, αξιοποιήθηκε το υλικό που είχα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο . Για παράδειγμα και από τα ριφ στην κιθάρα, αλλά και στιχουργικά στήθηκαν καλύτερα και συντέθηκαν πιο δημιουργικά. Μεγάλη βοήθεια είχα από τον Strutter στην παραγωγή του δίσκου στο Valve studio και τον ευχαριστώ πολύ, γιατί με την εμπειρία του καταφέραμε στις ενορχηστρώσεις αλλά και στον ήχο να χτίσουμε κάτι πολύ δυνατό και συμπαγές. Ο Τάσος έβαλε πολύ καλές ιδέες και έδωσε τον καλύτερό του εαυτό και σε πιο ψηλά αλλά και σε πιο χαμηλά τονικά μονοπάτια με αποτέλεσμα όλος ο δίσκος να έχει ποικιλία· ακόμα και στις δεύτερες φωνές έγινε πολύ ικανοποιητική δουλειά. Να ευχαριστήσω και τον φίλο μας Jimmy Tott για την ενίσχυση στα φωνητικά των ρεφρέν. Επίσης, είχα και κάποια φυσικά όργανα με πιο φολκ στοιχεία όπως γκάιντα και φλογέρες, κάτι που θέλω να υπάρχει και στα επόμενα άλμπουμ.

Κάτι μου λέει ότι το κενό της πανδημίας σας έδωσε τον απαραίτητο χρόνο ώστε να επικεντρωθείτε περισσότερο στη δημιουργία του νέου δίσκου. Ισχύει;

Η αλήθεια είναι ότι για όλους ήταν μία περίοδος εσωστρέφειας και αναστοχασμού, η οποία μπορούσε να σε οδηγήσει είτε σε πιο αδρανή μονοπάτια είτε να σου δώσει το χώρο και το χρόνο να δημιουργήσεις. Ας πούμε ότι εγώ άδραξα την ευκαιρία αυτή να εξωτερικεύσω κάτι που ήταν γραμμένο μέσα μου εδώ και καιρό… Απλώς η μη δυνατότητα φυσικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη και ο κατ’ οίκον περιορισμός του καθένα μας ανέδειξαν τον ατομικό τρόπο εργασίας ως μοναδική λύση για τη σύνθεση του δίσκου, η οποία και ευτυχώς λειτούργησε και απέδωσε καλλιτεχνικά.

Η έλλειψη δισκογραφικής στέγης είναι συνειδητή επιλογή ή απλή δεν έχει βρεθεί ακόμη κάποια δελεαστική πρόταση; Ποια είναι τα θετικά και ποια τα αρνητικά αυτής της κατάστασης;

Δισκογραφική στέγη έχουμε ήδη από τον πρώτο μας δίσκο. Πρόκειται για το μουσικό στούντιο, τη Valve Studio records, με την οποία κυκλοφορήσαμε και το δεύτερο δίσκο μας. Είχαμε προτάσεις από κάποιες δισκογραφικές, ακόμα και από το εξωτερικό, αλλά στην παρούσα φάση είμαστε πολύ ευχαριστημένοι από τη συνεργασία μας με τη Valve Studio records. Μάλιστα, με την ίδια δισκογραφική, θα κυκλοφορήσει άμεσα ο πρώτος μας δίσκος “Fire and Blood” σε βινύλιο.

Τώρα σχετικά με τη φάση που είσαι πιο ανεξάρτητος, έχει, από τη μία, το θετικό ότι έχεις τον έλεγχο των κινήσεών σου, αλλά όμως, από την άλλη,  πρέπει να δουλεύεις ακόμα περισσότερο και να «τρέχεις» τομείς  που δεν έχουν να κάνουν με το καθαρά καλλιτεχνικό κομμάτι (σύνθεση μουσικής/πρόβες/ζωντανές εμφανίσεις) όπως για παράδειγμα τις αναγκαίες προωθητικές ενέργειες για την μπάντα. Το αρνητικό είναι ότι μπορεί να κάνεις λάθη και να χάσεις ευκαιρίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την μπάντα στην εξέλιξή της.

Επικό εξώφυλλο, επικοί στίχοι, επική μουσική. Φαίνεται πως δεν αφήνετε τίποτα στην τύχη του…

Ναι, όλα έχουν σκοπό να σε ταξιδεύσουν και να σε εμβυθίσουν στον κόσμο του Steel Arctus. Από την αρχή το εξώφυλλο ήθελα να είναι επικό με ηρωική μάχη, αλλά και με στοιχεία καρτούν.  Γι’ αυτόν το λόγο ακριβώς συνεργάστηκα με τον πολύ ταλαντούχο Μάνο Λαγουβάρδο. Η πινελιά του σε οδηγεί κατευθείαν στην μάχη και μαζί με τη μουσική σε μυεί στο σύμπαν του Steel Arctus. Σιγά σιγά, βγαίνουν κι άλλα γραφικά με την ιστορία, τα οποία εικονοποιούν την ιστορία και ζωντανεύουν ενδιαφέρουσες πτυχές της πλοκής. Τα τραγούδια στιχουργικά έχουν περιγραφικά, αφηγηματικά και διαλογικά στοιχεία, αλλά πάνω απο όλα προσπαθώ να είναι εύκολα, εντυπωτικά και ρυθμικά, ώστε να μπορεί κάποιος να τα τραγουδήσει σε μία συναυλία. Πάνω από όλα κάνουμε αυτήν τη μουσική από αγάπη για το heavy metal, αλλά και από την ανάγκη έκφρασης.

Ποιες είναι οι βασικές σας επιρροές; Πέρα από τα ακούσματα, σας επηρεάζει κάτι άλλο όταν γράφετε μουσική;

Βασικές επιρροές είναι από όλο το φάσμα του metal όπως Dio, Iron Maiden, Manowar, Savatage αλλά και Crimson Glory, Queensryche και πολλές άλλες. Όλα τα μέλη είναι λάτρεις της epic/heavy metal σκηνής και γι’ αυτό βάζουν το λιθαράκι τους μουσικά. Σίγουρα επιρροή αποτέλεσαν και τα βιβλία και οι διάφορες ταινίες φαντασίας, που έχω διαβάσει και παρακολουθήσει αντίστοιχα κατά διαστήματα.

Το epic metal αφορά περισσότερο τον τρόπο παιξίματος ή την πρόκληση του αντίστοιχου συναισθήματος;

Είναι όλα μαζί. Όλες οι μπάντες σε αυτόν το χώρο με τον τρόπο που παίζουν, με την αισθητική που έχουν σε ταξιδεύουν και σου προκαλούν συναισθήματα. Είναι κάτι αγνό και αληθινό. Κάποιες μπάντες θα παίξουν πιο τεχνικά, κάποιοι μουσικοί θα δοκιμάσουν πιο απλά μοτίβα, αλλά στο τέλος είναι η μουσική που αγαπάνε και ο τρόπος έκφρασής τους.

Κινείστε ανάμεσα στο χώρο του Ηeavy και του Εpic. Μιας και βρίσκεστε στο δεύτερο μόλις δίσκο, θεωρείς ότι αυτή είναι η μουσική σας ταυτότητα ή ενδέχεται να μετατοπιστείτε ηχητικά στο μέλλον;

Θεωρώ πως αυτή είναι η ταυτότητά μας, αν και κάποια κομμάτια μπορεί να βγουν και πιο power metal ή κάποια πιο nwobhm. Γενικά κινούμαστε σε αυτό το μουσικό πλαίσιο. Στο μέλλον, θα υπάρξουν κομμάτια είτε με πιο πολλά instrumental στοιχεία είτε μεγαλύτερης διάρκειας.

Υπάρχουν σχέδια για συναυλίες;

Είμαστε σε φάση να ξεκινήσουμε τις πρώτες μας συναυλίες με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου μας δίσκου. Ανυπομονούμε να παίξουμε τα τραγούδια μας ζωντανά και να γνωριστούμε με τους φίλους της μπάντας.

Κλείστε τη συνέντευξη όπως θέλετε.

Ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη φιλοξενία και την υποστήριξη στο νέο μας δίσκο, αλλά και στη μουσική που όλοι μας αγαπάμε.

Keep the metal flame alive and stay true!