Είδος: Heavy Metal
Χώρα: Ηνωμ. Βασίλειο
Εταιρία: Parlophone
Έτος: 2021

Χαίρομαι πραγματικά, όταν βλέπω τις μεγάλες μπάντες να βγαίνουν μπροστά με καινούριους δίσκους που έχουν πράγματα να προσφέρουν στον ακροατή. Δίσκους που είναι αποτελέσματα συνειδητής και σκληρής δουλειάς αλλά και έμπνευσης. Ναι, χωρίς έμπνευση δεν πάμε πουθενά, αλλά εδώ ας μου επιτραπεί να σταθώ για λίγο στην φράση “σκληρή και συνειδητή δουλειά”: Κακά τα ψέματα όταν είσαι μεγάλη μπάντα στο επίπεδο των Iron Maiden, μπορείς να μείνεις στο κέντρο του χάρτη χωρίς να κοπιάσεις και ιδιαίτερα. Επιλέγεις όμως τον δύσκολο δρόμο ενός νέου άλμπουμ, θέλεις να δώσεις καινούρια μουσική σε αυτούς που σε ακολουθούν και μάλιστα βάζεις ο ίδιος τον πήχη ψηλά, προσφέροντας υλικό που μετράει. Αυτό στα μάτια τα δικά μου σε κάνει ακόμα μεγαλύτερη μπάντα. Και κάπου εδώ βρίσκεται και το ζουμί στο νέο 17o άλμπουμ του συγκροτήματος που έφερε το Heavy Metal στα σπίτια μας: Στο ότι βάζει στόχο να δώσει καλογραμμένο, ποιοτικό και εμπνευσμένο μέταλλο εκεί έξω. Και το καταφέρνει απόλυτα.

Και επειδή ξέρω ότι πολλοί από εσάς περιμένετε την τρίτη Σεπτεμβρίου, την επίσημη ημερομηνία κυκλοφορίας του άλμπουμ δηλαδή, για να το ακούσετε ολόκληρο, επιστρέφοντας από το δισκάδικο και γυρνώντας το κλειδί στη πόρτα του δωματίου σας ώστε να μην διακόψει κανείς την ιεροτελεστία που μας έκανε αυτό που -μουσικά- είμαστε σήμερα, σας προετοιμάζω: Οι τυμπανοκρουσίες του εναρκτήριου ομώνυμου κομματιού θα σας βάλουν γρήγορα στο κλίμα του άλμπουμ. Κλίμα που είναι βασισμένο σε μια πολύ συγκεκριμένη μουσική φόρμουλα, την οποία αν κατανοήσουμε από την αρχή θα απολαύσουμε τον δίσκο στο μέγιστο βαθμό:

Οι Iron Maiden ακολουθούν ένα μοτίβο σύνθεσης το οποίο σε γενικές γραμμές μας είναι γνώριμο σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό και από το προηγούμενο τους άλμπουμ, μα εδώ γίνεται ακόμα πιο μεστό και συγκεκριμένο: Γράφουν μεγάλα σε διάρκεια, ελεγειακά και πομπώδη κομμάτια, ακολουθώντας μια σχεδόν αφηγηματική δομή. Αυτοί είναι οι Maiden του 2021 και το μυστικό είναι να κάνεις focus στο “Senjutsu” και όχι να το συγκρίνεις με το δικό σου Maiden Classic, βλαστημώντας που το ημερολόγιο δεν δείχνει πια 1986. Αν τα καταφέρεις, θα διαπιστώσεις σχεδόν αμέσως πως όλα τα αγαπημένα σου Maiden στοιχεία είναι ακόμα εδώ παραταγμένα στην σειρά, απλά πλέον σου χαρίζονται the Senjutsu way.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να παρατηρήσω πως σε γενικές γραμμές η riffολογία αλλά και τα lead parts του άλμπουμ είναι σε έναν μεγάλο βαθμό βασισμένα στην λογική και την αισθητική της X-Factor περιόδου. Πράγμα που σημαίνει πως το ελεγειακά αφηγηματικό ατσάλι της σιδηράς παρθένου έρχεται σε σκοτεινές αποχρώσεις στο παρών άλμπουμ. Όχι -σε περίπτωση που ανησυχήσατε- η μπάντα δεν επιστρέφει στις -όποιες- πειραματικές στιγμές του παράγοντα Χ, θυμάται όμως σε μεγάλο βαθμό τα πομπώδη στοιχεία που βγήκαν μπροστά σε εκείνο τον δίσκο και τα βάζει με μαεστρία στον Senjutsu κόσμο. Ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό του άλμπουμ είναι τα 70ς στοιχεία που δεσπόζουν σε πολλά κομμάτια: Είτε με τη μορφή ολοκληρωμένων riffs, είτε με συγκεκριμένες συγχορδίες ή lead μελωδίες -αλλά και ολόκληρα solo parts- στις κιθάρες.

Όλα τα παραπάνω γίνονται λίγο πολύ αντιληπτά από το πρώτο κιόλας κομμάτι του άλμπουμ (ναι στο “Senjutsu” αναφέρομαι, σύνθεση των Smith / Harris), το οποίο δίνει σκυτάλη στο καλπάζων “Stratego” το οποίο ως δεύτερο single βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για τη λίστα με τα trademark κομμάτια του δίσκου, οι Maiden του παράγοντα Χ, βγαίνουν μπροστά στην 2021 εκδοχή τους (όταν ο Gers και ο Harris στρώνονται στη δουλειά το αποτέλεσμα σίγουρα δεν περνά απαρατήριτο). Το πρώτο single του άλμπουμ “The Writing on the Wall”, είναι αυτό που ακολουθεί μετά. Κομμάτι που θα φέρει μια, κάποια ανάπαυλα στην διαδικασία συνολικής ακρόασης του δίσκου μιας και υφολογικά διαφέρει -κάπως- από τους 2 προκατόχους του. Είναι προικισμένο με κλασσικά Maiden θέματα -στο κουπλέ και στο σόλο και ναι αναφέρομαι στο part με τις απλωτές που δεσπόζει στα συγκεκριμένα parts-, ενώ η κορύφωση στο κομμάτι έρχεται με το χαρακτηριστικό του ρεφρέν.

Στο αφηγηματικό “Lost in a Lost World” ο Harris μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τις συνθετικές αρετές του, ενώ το “Days of Future Past” είναι χαλαρά το πιο straight in the face, Heavy Metal κομμάτι του δίσκου, άκου την riffάρα μετά το εισαγωγικό θέμα και θα καταλάβεις γιατί το γράφω αυτό. Επίσης εδώ έχουμε ένα από τα πλέον συναρπαστικά ρεφρέν του άλμπουμ. Με ανεβασμένο το τέμπο και τον Bruce να αφήνει την σφραγίδα του -ερμηνευτικά και με τις μελωδιάρες που τραγουδάει-, το κομμάτι είναι από τις πιο λαμπρές στιγμές του δίσκου. Ακολουθεί επίσης κομμάτι κόσμημα με τίτλο “Time Machine”, θα το περιέγραφα απλά ως ένα ένα μικρό, αινιγματικό Maiden έπος (το δίδυμο Gers / Harris παράγει μικρά θαύματα τελικά).

Η based on clean guitar εισαγωγή -ένα χαρακτηριστικό που το συναντάμε στο μεγαλύτερο μέρος των κομματιών του άλμπουμ- του “Darkest Hour” σε οδηγεί με ασφάλεια στα ενδότερα ενός μουσικού ψηφιδωτού σε μελανές αποχρώσεις. Δώσε βάση στην ερμηνεία του Bruce. Το ρεφρέν του κομματιού μπαίνει ήδη στη λίστα με τις classic Maiden στιγμές. Το δίδυμο Smith / Dickinson μας έδωσε τελικά τρία από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του άλμπουμ -“Writing on the Wall”, “Days of Future Past” και “Darkest Hour”, όλα διαφορετικά μεταξύ τους-. Το “Darkest Hour” είναι σίγουρα το κορυφαίο τους.

Απομένουν τρία κομμάτια, όλα συνθέσεις του Harris και όλα με διάρκεια πάνω από δέκα λεπτά. Το “Death of the Celts” είναι μάλλον πιο επική στιγμή του δίσκου, και τον χαρακτηρισμό “επική” τον αναφέρω κυριολεκτικά. Το εξωτικό και εξ ολοκλήρου βασισμένο σε ανατολίτικα θέματα “The Parchment” ακούγεται ευχάριστα, ενώ το “Hell on Earth” είναι για μένα μια από τις πραγματικά μεγάλες στιγμές του δίσκου, ίσως η επιτομή της φόρμουλας που περιέγραψα στην αρχή του κειμένου: Μεγάλα σε διάρκεια, ελεγειακά και πομπώδη κομμάτια με σχεδόν αφηγηματική δομή.

Ναι αυτή η σχεδόν αφηγηματική δομή των κομματιών, έχει σαν αποτέλεσμα την μεγάλη διάρκεια τους. Η μπάντα θέλει να αναπτύξει τις ιδέες της και έτσι θα χωρίσει τα περισσότερα κομμάτια σε μικρές, νοητές ενότητες, για να αφήσει χώρο κυρίως στα lead όργανα: στην φωνή και στις -lead / solo- κιθάρες. Το αποτέλεσμα είναι ότι θα χορτάσετε μελωδίες (για να το θέσω απλά). Και όπως στην διαδικασία μιας αφήγησης οι -νοητές- ενότητες θέτουν την βάση για την ομαλή ροή του λόγου, εδώ γίνεται ακριβώς το ίδιο πράγμα με στόχο την αρμονία στην ροή της μουσικής. Το κάθε τι είναι σωστά τοποθετημένο εκεί που πρέπει και για όσο χρειάζεται.

Τα solos είναι συνολικά το δυνατότερό χαρακτηριστικό στο άλμπουμ. Θα μου πεις “για Iron Maiden μιλάμε, τα lead & solo guitar parts είναι μάλλον ο λόγος ύπαρξής τους”, πέρα από την παραπάνω κατεστημένη διαπίστωση εδώ έχουμε ένα άλμπουμ του οποίου τα τραγούδια, παίρνουν σε ένα μεγάλο βαθμό το χρώμα και την προσωπικότητα τους από τα συγκεκριμένα parts. Το αναφέρω αυτό και σε συνάρτηση με όσα έγραψα στην παραπάνω παράγραφο για την δομή τους των κομματιών.

Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει σαν σύνολο και στις μελωδίες των φωνητικών οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους προκαλούν αυτό που λέμε ανατριχίλα. Από την άλλη σίγουρα θα βρούμε κάποια σημεία τα οποία μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε προβλέψιμα ή με λιγότερο ενδιαφέρον μα νομίζω πως πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις σε σημεία τραγουδιών. Για το κομμάτι της ερμηνείας θα ήθελα να σημειώσω ένα, δύο πράγματα απλά και ξεκάθαρα. Ο Bruce Dickinson τραγουδάει με Ψυχή -ναι το ψ κεφαλαίο-. Η ερμηνεία του είναι τουλάχιστον συγκινητική, μα γίνεται εύκολα και άμεσα αντιληπτό από τις πρώτες ακροάσεις του υλικού πως ακούγεται κουρασμένος. Είναι πλέον 63 χρονών, η φωνή του βρίσκεται πλέον σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και αυτό δεν αλλάζει. Η όποια απόδοση του καλύπτεται από το δίπτυχο μελωδίες – ερμηνεία, συνεχίζουμε να τον αγαπάμε ως έχει και όλα καλά.

Για Dave Murray και Nicko McBrain και την καθοριστική συμβολή του στο υλικό με το παιξιμό τους, δεν χρειάζεται να γράψω και πολλά. Είναι απλά οι στιλοβάτες ετούτητς της μπάντας.

Η παραγωγή του δίσκου είναι αυτή που πρέπει. Αναδεικνύει στον μέγιστο βαθμό το υλικό του δίσκου και βγάζει μπροστά όλη την δυναμική των κομματιών. Ο σωστός όγκος υπάρχει στα ρυθμικά, η ηχητική διαύγεια είναι χαρακτηριστικό των solos και η φωνή του Bruce ισορροπεί ολόσωστα μέσα στην μίξη.

Επίσης πρέπει να πω ότι γουστάρω φουλ για το γεγονός ότι οι Maiden δίνουν ακόμα μεγάλη βάση στο visual κομμάτι που συνοδεύει το υλικό τους, όπως έκαναν πάντα άλλωστε. Πλέον έχουν και άλλα όπλα στη φαρέτρα τους – δες το βίντεο που έφτιαξαν για το “Writing on the Wall” – και θα καταλάβεις τι εννοώ. Στα 80ς έβγαζαν μπόλικα singles με εξωφυλλάρες, οι οποίες σε έστελναν κατευθείαν δισκοπωλείο, τώρα φτιάχνουν animated videos και βγάζουν μπροστά το concept τους, εσύ πάλι μαζί τους -και με τον Eddie- ασχολείσαι. Mission completed.

Εν κατακλείδι: Ο 17ος δίσκος των Iron Maiden είναι ένα θαυμάσιο δείγμα καλογραμμένου Heavy Metal, πομπώδες, λυρικό, σκοτείνό και πιασάρικο. Η μπάντα μας δείνει ότι καλύτερο έχει και το άλμπουμ αξίζει της προσοχής μας. Ακούγοντας κομμάτια σαν το “Days of Future Past”, “Time Machine”, “Lost in a Lost World” και “Hell on Earth” δεν θα μπορούσα να κρύψω τον ενθουσιασμό μου είτε τα άκουγα από τους Maiden είτε από μια οποιαδήποτε άλλη μπάντα. Έχουμε ξεκάθαρα να κάνουμε με υλικό πρώτης κλάσης. Το γεγονός ότι τέτοιο υλικό μας έρχεται από τους Iron Maiden εν έτη 2021, αποδεικνύει για μια ακόμα φορά πως η μπάντα δεν βρίσκεται τυχαία στην θέση που βρίσκεται.