Ο Αλαίν διάβαζε δυνατά και καθαρά με εξαιρετική άρθρωση ένα σημείο από τη γαλλική μετάφραση του ολιγοσέλιδου δοκιμίου «Η κοινωνία της διαφάνειας» του Νοτιοκορεάτη συγγραφέα-στοχαστή  Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν που μόλις είχε κυκλοφορήσει:

-“Κατά τον Ζίμμελ είμαστε φτιαγμένοι έτσι ώστε όχι μόνο να χρειαζόμαστε μια συγκεκριμένη αναλογία αλήθειας και πλάνης ως βάση για τη ζωή μας αλλά και μια επίσης συγκεκριμένη αναλογία σαφήνειας και ασάφειας στην εικόνα των στοιχείων της ζωής μας. Κατά συνέπεια, η διαφάνεια αφαιρεί από τα πράγματα κάθε θελκτικότητα και απαγορεύει στη φαντασία να υφάνει μέσα τους τις δυνατότητές της, για την απώλεια των οποίων δεν μπορεί να μας αποζημιώσει καμία πραγματικότητα… Ίσως ακόμη και κάποιοι από τους κοντινούς μας ανθρώπους, για να διατηρείται ζωντανή η θελκτικότητα τους προς εμάς, πρέπει να μας προσφέρονται ασαφείς και ακαθόριστοι. Η φαντασία είναι ουσιώδης για την οικονομία της ηδονής: ένα αντικείμενο που προσφέρεται γυμνό, την εξουδετερώνει και μόνο όταν το αντικείμενο αποσυρθεί ή υποχωρήσει, μπορεί να αναζωπυρωθεί. Αυτό που εμβαθύνει την ηδονή δεν είναι η απόλαυση σε πραγματικό χρόνο αλλά το φαντασιακό πρελούδιο και ο επίλογος, η χρονική αναβολή”.

Ο Ρενέ τον διέκοψε.

-«Φίλε μου χωρίς να θέλω να προσβάλω ούτε να μειώσω την αξία του βιβλίου που διαβάζεις, αλλά αυτός ο καφές δεν έχει καμιά διαφορά από έναν αντίστοιχο που θα πίναμε στην Μονμάρτη ή έξω από κάποια σχολή Καλών Τεχνών ή Φιλοσοφικής σε κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα ή Πανεπιστημιούπολη. Αν και δεν βλέπω μεγάλη διαφορά από αρκετές μεγαλουπόλεις της Δύσης, η γοητεία αυτής της γειτονιάς του κόσμου έγκειται στην διαφορετικότητά της, στο άρωμα Ανατολής που αναβλύζει ο ιδρώτας της. Οπότε θα προτιμούσα στο μενού που θα ταΐσουμε τις αισθήσεις μας να έχει πιο ρεαλιστικές, πιο λαϊκές και πιο ανατολίτικες γεύσεις. Προτείνω λοιπόν να αφήσουμε τις φιλοσοφίες και να γεμίσουμε λίγο καθημερινή σοφία καλύτερα… Πάμε μια βόλτα στην αγορά για αρχή»…

Μετά από αρκετή περιπλάνηση στους πολυσύχναστους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του Μελεκλέρ και του Μιστίκ στο Αϊχάν Ισίκ Σοκάκ, που βούλιαζαν από τουρίστες και ντόπιους καταναλωτές έτοιμους να κατασπαράξουν, μετά από έστω μικρό παζάρι, οτιδήποτε μπορούσες να φανταστείς πως πουλιέται και αγοράζεται, βρέθηκαν μπροστά από ένα «φαλ καφέ» κάπου στα σοκάκια του Μπέγιογλου. Εκεί οι δυο τους χωρίστηκαν για λίγο. Απέναντι η θεά τύχη καλούσε τον τζογαδόρο Αλαίν που σιχαινόταν τις χειρομαντίες, τις χαρτορίχτρες και τα ψευτομαγικά των παζαριών, ενώ ο Ρενέ που ούτε αυτός πίστευε στην μοίρα, μάλλον δεν άντεχε άλλο δίπλα στον «φίλο» του, και με την σειρά του θυμήθηκε το ραντεβού του ή πιο σωστά ανακάλυψε ένα ραντεβού μαζί της.

Στο μαγαζί τρύπα έβρισκες τα πάντα από ψιλικά, γάλα, σάντουιτς, καφέ,  αλκοόλ και καπνό, ενώ λειτουργούσε και σαν στοιχηματζίδικο. Ένας μικρός παράδεισος για κάθε λουμπεναριό ή κάθε τουρίστα που είχε χρόνο για χάσιμο. Λεφτά με την ισοτιμία της τουρκικής λίρας με το ευρώ ή το αμερικανικό δολάριο, όσο και να ήθελες να χαλάσεις είναι αστείο να λες πως θα σπαταλούσες μπόλικο. Όποτε ο Αλαίν περίμενε τον Ρενέ να βγει από το καφενείο – μαντείο που πήγε να μάθει την μοίρα του και το ριζικό του• βασικά πήγε να μάθει από πρώτο χέρι, (το χέρι του και το φλιτζάνι του και αν χρειαζόταν και την τράπουλα) αν η Κριστίν τον κερατώνει. Που αν πραγματικά ήθελε να το μάθει, απλά θα άνοιγε τα μάτια του και θα το έβλεπε χωρίς να χρειάζεται να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη για να το σιγουρέψουν. Καλά, φυσικά και δεν ταξίδεψαν 2,300 χιλιόμετρα για να πιουν τούρκικο καφέ ψημένο στη χόβολη. Η επίσημη αφορμή ήταν η συναυλία των At The Gates. Το ταξίδι όμως έμοιαζε με το ιδανικό σκηνικό για να ζήσουν μια καλή περιπέτεια πριν ο Ρενέ εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, ίσως και να το εμπλουτίσει με υλικό από αυτό ή από την έμπνευση που θα το έφερνε η αλλαγή παραστάσεων. Ένα βιβλίο που δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ και μάλλον κακώς δεν ρώτησε την καφετζού-χαρτορίχτρα για την τύχη του, ή και πάλι να παρέλειψε την ερώτηση μιας και ήξερε τι θα γινόταν με αυτό του το μεγαλόπνοο, πλην ατελέσφορο σχέδιο. Η αλήθεια είναι πως όλα αυτά ο Ρενέ τα σιχαινόταν και δεν τα πίστευε ούτε για , οπότε μάλλον προσπάθησε να κλέψει λίγο χρόνο μακριά από το Αλαίν και απελευθερωθεί από τον πολυλογά συνταξιδιώτη του, να πάρει λίγο αέρα από τα ατελείωτα, αν και γοητευτικά και αληθοφανή ψέματα που άκουγε σωρηδόν.

Ο Αλαίν δεν είχε τύχη με αυτό το κάτι σαν Λόττο που κλήρωνε κάθε πέντε λεπτά και η ώρα όταν χάνεις δεν περνάει ευχάριστα, όποτε γρήγορα βαρέθηκε να περιμένει και ήπιε από το εμφιαλωμένο πλαστικό μπουκάλι για να ξεπλύνει τον στόμα του από την έντονη γεύση από τον βαρύ τουρκικό καφέ που έπινε. Σκεφτόταν ποσό περίεργο ήταν το μπουκάλι που έμοιαζε περισσότερο με συσκευασία από γιαουρτάκι παρά νερού,  ενώ του έκανε εντύπωση ποσό πιο γλυφό θα ήταν το νερό της βρύσης όταν το εμφιαλωμένο ήταν τόσο κακόγευστο και αλατισμένο. Με αυτή την γκρίνια και αηδία στην φάτσα αντίκρισε στο ταμείο του στοιχηματζιδικου-παντοπωλείου την μορφή μιας κοπέλας που πήγε να ανανεώσει την κάρτα για τους κουλοχέρηδες. Όχι και η πιο ρομαντική ενέργεια, ούτε το πιο ερωτικό μέρος. Η κοπέλα έψαχνε για εκατό λίρες, περίπου δεκαοχτώ ευρώ, τα οποία δεν είχε και ο Αλαίν προσφέρθηκε να της τα δώσει. Τα πήρε χωρίς καν να πει το όνομα της. Ούτε λόγος για ευχαριστώ. Τα έχασε βρίζοντας. Οι υπόλοιποι ντόπιοι θαμώνες γούσταραν που έβριζε η ξανθιά κοπέλα. Έκανε νόημα στον Ευρωπαίο τουρίστα να πάει προς το μέρος της.

-Αλλά εκατό kardaş, του είπε και αυτός της τα έδωσε χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Ξανάπαιξε. Ξαναέχασε. 

Του έπιασε κουβέντα μετά την τρίτη τράκα, και τρίτη φορά που έχασε βεβαίως.

Η συζήτηση έμοιαζε να προσπαθεί να χωρέσει σε τόσο λίγο διάστημα τόσα πολλά ζητήματα, να κερδηθεί ο χρόνος και να γνωριστούν σε πολλά επίπεδα δυο άνθρωποι που μόλις συναντήθηκαν και που το πιθανότερο να μην ξαναέβλεπαν ο ένας τον άλλον. Για ποιο λόγο; Υπήρχε νόημα να το σκέφτονται; Κάποια πράγματα απλά γίνονται και καλό είναι να τα ζεις, χωρίς να βρίσκεις εκείνη την συγκεκριμένη και ιδιαίτερη συγκυρία δικαιολογία για να το σταματήσεις όσο ανώφελη και να μοιάζει η στιγμή.

-«Θες να πάμε να φάμε κάτι;» της πρότεινε.

– «Ελπίζω να μην σκέφτεσαι αρνάκια και μπόλικα μπαχαρικά στο μενού.» του απάντησε ουσιαστικά αποδεχόμενη την πρότασή του.

-«Ζεις επικίνδυνα κούκλα; Ή εκμεταλλεύεσαι το γεγονός πως οι παππούδες εδώ δεν γνωρίζουν λέξη από γαλλικά και κάνεις το κομμάτι σου;» συνέχισε το επιθετικό του κρεσέντο ο Αλαίν που ένιωθε να αποδίδει το φλερτ του.

-«Όχι χαζούλη, απλά δεν σκοπεύω να φιλιέμαι και να μυρίζω στα χνώτα σου σκόρδο και κύμινο, ούτε φυσικά την λιπαρή εσάνς του αρνιού στα χείλη σου.» πριν προλάβει να συνέλθει από το σοκ, ο Αλαίν δέχθηκε μια ακόμα μίνι επίθεση από την τολμηρή Τουρκάλα.

-«Ας μην σταθώ στο γεγονός πως θεωρείς τους γευστικούς μου κάλυκες προγραμματισμένους να δέχονται ή να αρνούνται συγκεκριμένες τροφές με βάση θρησκευτικές απαγορεύσεις και δοξασίες που βασίστηκαν σε κανόνες διατροφικής οικονομίας. Έχουμε και ‘μεις τους δικούς μας Μπουρνταίν ξέρεις και δεν πατάμε Παλαιά Διαθήκη ή Κοράνι στο google αν ψάχνουμε συνταγές ή από πού να παραγγείλουμε, ούτε μας ενοχλεί το γουρούνι που δεν μας δίνει γάλα ή μαλλί. Μας αρκεί που φτιάχνει ωραιότατα κοψίδια και μπριζόλες, ούτε σκοπεύω να το παίξω Ινδή και να λατρεύω σε σημείο να σταματήσω να τις μαγειρεύω, τις αγαπημένες μου αγελάδες που φτιάχνουν τόσο ωραία μπεφ μπουργκινιόν.»

-«Θα σε διακόψω λίγο, επέτρεψε μου γιατί θα χαθεί στο πλήθος των λέξεων ένα φιλί…» ψέλλισε ο Αλαίν.

Στο μαγαζί είχε λίγη ώρα που είχε μπει και ο Ρενέ που είδε τον φίλο να είναι ξελιγωμένος και θολωμένος με την μικρή και έγινε μάρτυρας όλου του περιστατικού.  Πριν αυτή ζητήσει άλλες εκατό λίρες έβγαλε από το πορτοφόλι του και την φώναξε να έρθει να τα πάρει. Γύρισε προς αυτόν τα πήρε και σε άπταιστα γαλλικά του είπε καθώς έπαιζε με τα μάτια της τον Αλαίν:

-Γοητευτικέ και ανόητε Γάλλε, θα είμαι το βράδυ μετά τις έντεκα στο μπαρ Ρασπούτιν. Ελάτε εκεί να με κεράσετε με τον φίλο σου.

-Δεν θα παίξεις άλλο; ρώτησε με μια ανάσα ο Αλαίν.

Δεν του απάντησε ποτέ. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Και φυσικά δεν θα πήγαινε ποτέ στο Ρασπούτιν…

Ούτε οι δυο «φίλοι» σκόπευαν να πάνε, τουλάχιστον αυτό δεν υπήρχε στο πλάνο τους.

Αλλά η κλισαρισμένη εμφάνιση μιας ατίθασης, όμορφης και σκανδαλιάρας γυναίκας ανάμεσα σε δύο άνδρες θα άλλαζε πολλά στο ταξίδι. Πήγαιναν προς το χώρο της συναυλίας με αλληλοπειράγματα και διάθεση κοκκορομαχίας για τα μάτια της Τουρκάλας, που η αλήθεια είναι πως αν για τον Αλαίν είχε νόημα μιας και αυτή τον φλέρταρε και ήταν μια ζωντανή απόδειξη πως ακόμα περνούσε η μπογιά του, για τον Ρενέ φανέρωνε μια εγωκεντρική πτυχή του εντέχνως συγκαλυμμένη μέχρι τώρα, και μια επιθετική διάθεση που θα εκφραζόταν σε βίαιη επιβολή της πειθούς του πολύ σύντομα.

-«Το πουτανάκι ήθελα παρεούλα, ψαχνόταν», είπε χωρίς να πιστεύει ότι ξεστόμισε κάτι τόσο ανόητο και σεξιστικό ο Ρενέ.

-«Σε ρώτησε κανένας;» απάντησε κεραυνοβόλα ο Αλαίν.

-«Γιατί θίχτηκες, επειδή δεν σε ανέφερα στην πρόταση; Επειδή δεν είπα το πουτανάκι σε ήθελε για παρεούλα;» συνέχισε ο Ρενέ.

-«Η κοπέλα είχε όνομα.» με έντονο ύφος προσπάθησε να τον αποστομώσει ο Αλαίν και πριν τον ειρωνευτεί ο Ρενέ κομπάζοντας:

-«Το οποίο φαντάζομαι δεν σου το χάρισε…»

-«Άκουσε ανόητε, αν δεν σκοπεύεις να βγάλεις ένα έξυπνο λόγο σαν του Mr. Brown στο Reservoir Dogs που μας ανέλυσε σαν άλλος κόπανος τους αλληγορικούς στίχους του Like A Virgin θα σου πρότεινα να το βούλωνες πριν σε κάνω να νιώσεις πως ήταν η πρώτη φορά που ξανάζησε η τύπισσα στο τραγούδι, έτσι όπως το ανέλυσε ο Ταραντίνο στην υπόλοιπη συμμορία. Το τι είναι αυτή ή εγώ άσε το καλύτερα να το πουν άλλοι. Εσύ απλά σώπασε πριν σε κάνω μελανιασμένο κρέας»…

Όλο αυτό συνεχίστηκε μέχρι τις 9, που έφτασε η ώρα να μπουν στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ που θα διεξαγόταν η συναυλία. Ο Ρενέ σκέφτηκε πως τουλάχιστον με την φασαρία ο Αλαίν σταμάτησε να αραδιάζει τις τρελές θεωρίες του γύρω από τους πάντες και τα πάντα. Η αξία της σιωπής θα ήταν ανεκτίμητη έστω για λίγο και η χωρίς ουσιαστικό λόγο φιλονικία θα λειτουργούσε υπέρ αυτής. 

Άνθρωποι που δεν αντιπαλεύουν τις αντιφάσεις τους, δεν αντιστέκονται στις στιγμές και στην ορμή της δίνης που αυτές δημιουργούν, μια ερωτική ιστορία χωρίς σκηνές πάθους, μια φιλονικία που βλέπει ανθρώπους σαν τρόπαια και το τσίρκο των ψευδαισθήσεων που δημιουργούμε για να καλύψουμε τις αδυναμίες και τα συμπλέγματα μας, απόρροιες συναισθηματικών ελλείψεων και κενών και της αέναης προσπάθειας επιβολής των επιθυμιών μας.

Ένα μικρό περιστατικό, τόσο σύντομο και τόσο ασήμαντο κατάφερε να μεγεθύνει την έλλειψη πραγματικού δεσμού, την περιχαράκωση γύρω από το εγώ, την παράλληλη πορεία σαν αναγκαίο κακό χωρίς ηθική, συντροφικότητα, χωρίς προσδοκίες από τον άλλο. Χωρίς υποχρεώσεις ή συναισθήματα, μια πορεία – πέρασμα μέσω εναλλαγής εικόνων και χώρων, μια συνεχής αφήγηση της μελλοντικής αναπόφευκτης σύγκρουσης και κόντρα στην λογική, καθόλου λυτρωτικής. Παραπλανημένοι από την δίψα για περιπέτεια ή από την βαρεμάρα και την οκνηρία που γεννάει η φθαρμένη ζωή στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις συμφώνησαν να ξεκινήσουν σε ένα χωρίς νόημα ταξίδι. Μάλλον η ‘τρέλα’ φτάνει για να σπρώξει κάποιον να το κάνει όλο αυτό. Και ίσως να μην χρειάζεται κάτι βαθύτερο για να κάνει έναν άνθρωπο να δημιουργεί τεχνητές δυσκολίες και να λειτουργεί μετά σαν μια μηχανή επιβίωσης που ξεδιπλώνει τις δυνατότητες υπέρβασης του καθενός που κρύβει μέσα του, αλλά αυτές κοιμούνται στο υποσυνείδητο λόγω της μαλθακότητας της δυτικής ζωής μας. Τουλάχιστον για αυτούς τους 2 Γάλλους τα πράγματα θα γινόντουσαν σε λίγο πιο ενδιαφέροντα…

 

*“…Ά, τα βράδια που βγαίνω, πίνω, πίνω, σαν τους αλκοολικούς,

όλα τα πρόσωπα του δρόμου

χωρίς ποτέ να ξεδιψάω,

πολιτείες του κόσμου σας ξεφύλλισα

σαν τις σελίδες μιας μυθολογίας

όπου μέσα βρήκα τους δικούς μου ήρωες,

ανυπεράσπιστους κι ακατάλυτους

με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη.

Δαγκώνοντας την οπλή της πείνας σας χόρτασα

κι οι αρμοί μου γίναν δροσεροί κι ευλύγιστοι

μες στα ηράκλεια γυμναστήρια

της εξουθενωμένης ζωής σας.

Θα ξεριζώσω ένα-ένα τα σαγόνια, τις αρτηρίες, τους βουβώνες μου

και θα τα ρίξω μέσα στις λάμψεις του πάθους σου

ώ, ανθρώπινο πλήθος –

είμαι ερωτευμένος μαζί σου,

όλοι οι άντρες είναι σύντροφοι μου, θαυμάζω

τα πολύτριχα αχαμνά τους και τα πολύτρομα εργαλεία τους

κι οι γυναίκες όλες, αγαπημένες μου,

εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια

της γύμνιας μου

και ξαναγεννηθήκατε πιο δροσερές το πρωί

μέσα στην αφθονία του κατευνασμένου έρωτα,

κι οι άλλες, που δε σας άγγιξα ποτέ,

μα που θα ζείτε αιώνια φυλακισμένες

μέσα στη δίψα μου.

Κι εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,

σε κείνο το ασφυχτικό κελί των μελλοθανάτων,

ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,

και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει

δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε

εγώ κι εσύ, τελευταίε σύντροφε,

κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελιού,

με την πελώρια αίσθηση γύρω μας

ότι υπάρχουν ακόμα όλοι.

Εσείς, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,

μα εγώ, παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία

και τους νεκροθάφτες σας άρπαξα

και σας έθαψα, εδώ, μέσα στα κόκκαλα μου,

για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα

πικρός και σιωπηλός κι ολόδροσος

σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο….

….Αηδίες – ο χρόνος έγινε για να κυλάει

οι έρωτες για να τελειώνουν

η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο

κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο

με το μεγάλο διασκελισμό ενός μαθηματικού υπολογισμού,

μονάχα όποιος τα διψάει όλα

μπορεί να με προφτάσει,

ότι ζήσαμε χάνεται,

γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου

και μόνο καμιά φορά, τις νύχτες,

θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη

μνήμη,

όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν -….”

 

*25η ραψωδία της Οδύσσειας – Τάσος Λειβαδίτης