Με αφορμή τις επερχόμενες συναυλίες των Jethro Tull σε Θεσσαλονίκη (Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών) και Αθήνα (Φεστιβάλ Στη Σκιά των Βράχων) Πέμπτη 22 και Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου (αντίστοιχα), θα επιβιβαστώ στη χρονομηχανή μου και θα βάλω πλώρη για το μακρινό 1972. Εκεί που η παρέα των τότε Tull, ήτοι Ian Anderson, Martin Barre (κιθάρες), John Evan (πιάνο/πλήκτρα), Jeffrey Hammond (μπάσο), και Barriemore Barlow (τύμπανα) έβγαζαν για μια ακόμη φορά το μαγικό και καθόλα prog ραβδάκι τους – ή κατ’ άλλους φλάουτο – έτοιμοι να διαταράξουν τον πουριτανισμό και τη στενομυαλιά που χαρακτήριζε τη βρετανική κοινωνία την προκείμενη περίοδο. “Πεισματικά χαζοί” λοιπόν, αν θα θέλαμε να μπούμε σε μια διαδικασία ερμηνείας του τίτλου του άλμπουμ σταθμού στην ιστορία της ροκ, αποτυπώνοντας το κεφάλι/τις ιδέες του κοινωνικού ιστού ως “παχιές” σχεδόν αδιαπέραστες από οτιδήποτε καινοτόμο και αντίθετο στο αρεστό κατεστημένο της εποχής. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Anderson ξεκινά με τη φράση “I may make you feel but I can’t make you think”. Προφανώς οι προσδοκίες του για την αφύπνιση των ταξικών δομών ήταν εκ προοιμίου φειδωλές.

Μπορεί το ταξίδι των βρετανών να εκκινεί στο Blackpool της Αγγλίας, εν έτη 1960, όμως αυτό είναι το κομβικό σημείο που πρόκειται να συντελέσει ως καταλύτης, συμβάλλοντας καθοριστικά στη σημερινή τους εικόνα, αυτή των 60 εκατομμυρίων πωλήσεων δίσκων παγκοσμίως, με πάνω από 21 άλμπουμ μεταξύ των οποίων 11 χρυσά και 5 πλατινένια και περισσότερες από 3,000 live εμφανίσεις σε 40 χώρες. Πρωτοστάτες και εκκεντρικοί, φέρουν τη σφραγίδα ενός από τα πιο αντιπροσωπευτικά progressive rock συγκροτήματα του 20ου αιώνα. Μπορεί ως magnum opus να χαρακτηρίζεται έως και σήμερα το “Aqualung” (1971), ωστόσο ήταν το “Thick as a Brick” εκείνο που ανέδειξε τη συνθετική και στιχουργική μεγαλειότητα αυτής της μπάντας.

Πρόκειται για το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ του αγγλικού συγκροτήματος που έρχεται στο φως τον Μάρτιο του 1972 από τη “Chrysalis Records”. Το ομώνυμο τραγούδι με διάρκεια 42 συναπτά λεπτά μαγείας είναι η πεμπτουσία και η μετενσάρκωση του οράματος των βρετανών, το οποίο ωστόσο χωρίστηκε σε δύο μέρη καθώς αρχικά κυκλοφόρησε σε βινύλιο. Το να αγγίξεις την κορυφή των Billboard στο Αμέρικα ναι μύριζε success story, όμως πάμε να δούμε και τα παρασκηνιακά. Τον Μάιο του ‘71, ο ντράμερ Clive Bunker αποχωρεί από το συγκρότημα λόγω του έντονου προγράμματος περιοδειών των Tull και της επιθυμίας του να περνάει περισσότερο χρόνο με την οικογένεια του. Αντικαταστάτης του ήταν ο Barriemore Barlow, του οποίου η πρώτη ηχογράφηση με τους βρετανούς ήταν για το ΕΡ “Life Is a Long Song”.

Πολλοί κριτικοί, και όχι μόνο, είχαν χαρακτηρίσει το “Aqualung” ως ένα concept άλμπουμ, γεγονός για το οποίο ο ίδιος ο Anderson είχε εκφράσει πολλάκις αντιρρήσεις, διαψεύδοντάς το με κάθε του δήλωση. Ω γέγραφε γέγραφε λένε βέβαια και έτσι ο mastermind των Tull αποφάσισε πως δεν υπάρχει πιο πρόσφορος τρόπος για να αποκαθηλώσει τη συγκεκριμένη πεποίθηση από το να ηχογραφήσουν πράγματι ένα concept άλμπουμ. Μία σύνθεση λοιπόν αρκούσε, αρκούσε για να αποτελέσει έναν δίσκο με την πολυπλοκότητα και τις μουσικές ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το ηχόχρωμα του συγκροτήματος, ο οποίος βγήκε στην ουσία για να απαντήσει στην άστοχη αυτή κριτική. Τέτοια ήταν η αίσθηση του χιούμορ των βρετανών και η τόλμη αν θες να προσκαλέσουν και να προκαλέσουν τον κάθε κριτικό και ακροατή να αναθεωρήσει. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφέρει και ο ίδιος ο Anderson «Όχι μόνο θα κάνουμε τώρα ένα πραγματικό concept άλμπουμ, αλλά θα είναι η μητέρα όλων των concept άλμπουμ!». Δύο βδομάδες πήρε στους Tull για να ολοκληρώσουν το υλικό τους προβάροντας στο στούντιο των Rolling Stones. Τον Δεκέμβριο του ‘71, το συγκρότημα ηχογράφησε το σύνολο του άλμπουμ σε διάστημα δεκαπέντε ημερών στα Morgan Studios στο Βορειοδυτικό Λονδίνο.

Ως παράγων στη συνθετική διαδικασία αναφέρεται ο φανταστικός χαρακτήρας Gerald Bostock, ο οποίος δεν είναι άλλος από εκείνο το φανταστικό φίλο που είχαμε όλοι μικροί (τι όχι;), ένα οκτάχρονο παιδί που κοσμούσε και το εξώφυλλο του δίσκου και εμφανίζεται ως ιθύνων νους στη στιχουργική του δίσκου. Από τα πλέον μνημειώδη και σημείο αναφοράς εξώφυλλα δίσκων, το cover art του “Thick as a Brick” σχεδιάστηκε ως παρωδία μιας εφημερίδας ονόματι “The St. Cleve Chronicle and Linwell Advertiser”, με τα άρθρα και τις διαφημίσεις να σατιρίζουν τον ερασιτεχνισμό της τοπικής βρετανικής δημοσιογραφίας. Δεν έλειψαν φυσικά οι ενστάσεις της δισκογραφικής εταιρείας αναφορικά στις οικονομικές δυσκολίες παραγωγής ενός τέτοιου εξωφύλλου. Ωστόσο, ο Anderson επέμεινε και εγένετο! “Εεεεφημερίδες”. Στο εσώφυλλο του άλμπουμ βρίσκονται οι υπόλοιπες σελίδες της εφημερίδας, της οποίας η υποτιθέμενη ημερομηνία έκδοσης είναι στις 7 Ιανουαρίου 1972. Οι στίχοι του κομματιού βρίσκονται στην έβδομη σελίδα και παρουσιάζονται ως ποίημα του Gerald Bostock, το οποίο κέρδισε έναν διαγωνισμό ποίησης αλλά οι κριτές ανακάλεσαν την απόφαση αυτή λόγω του ότι οι στίχοι κρίθηκαν προσβλητικοί και απρεπείς.

Στο κομμάτι που κοσμεί το δίσκο εξιστορείται η επιλογή που έχει να κάνει ένα νεαρό αγόρι μεταξύ της καριέρας ενός στρατιώτη και ενός καλλιτέχνη. Θα διαλέξει τελικά τη ζωή του στρατιώτη, στα χνάρια του πατέρα του. Η πλέον ζοφερή αποτύπωση του κοινωνικού φαινομένου του ασπασμού όλων όσων κάποτε χλευάζαμε, επικρίναμε και μας αποκαλούσαν αποστροφή. Στο βωμό της κοινωνικής αποδοχής και υπόληψης το αγόρι επιλέγει τελικά να γίνει ακριβώς όπως ο πατέρας του, αποστρεφόμενο όλα όσα μέχρι τότε κατέκρινε. Σε ερώτηση προς τον Anderson περί του αν υπάρχει κάποιο ψήγμα αυτοβιογραφικού στοιχείου στην όλη ιστορία ο ίδιος απαντά: «Ναι, υπάρχει ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο σε αυτό που έγραψα. Ως παιδί ήμουν λίγο επαναστάτης. Οι περισσότεροι από τους συνομηλίκους μου φιλοδοξούσαν να πάνε στο γυμνάσιο, να πάρουν καλούς βαθμούς, και μετά να γίνουν μέρος της συμβατικής μας κοινωνίας. Αυτό δεν μου άρεσε ποτέ. Ήμουν εκείνο το παιδί που του άρεσε να αφιερώνει χρόνο τρώγοντας τη ζωή με το κουτάλι αναλύοντας το καθετί. Μου άρεσαν επίσης οι ιστορίες επιστημονικής φαντασίας της εποχής (μιλάμε για τη δεκαετία του 1950), γιατί σου άνοιγαν ένα διαφορετικό, συναρπαστικό ορίζοντα. Έτσι, ξεχώρισα από τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου και βασίστηκα σε αυτό για τον χαρακτήρα του Gerald Bostock. Αλλά ο ίδιος ο χαρακτήρας είναι καθαρά μυθοπλασία».

Τα ιερά τέρατα, ας μου επιτραπεί ο όρος, της κωμωδίας, οι βρετανοί Monty Python κατά τον Ian Anderson αποδοκίμαζαν επίσης τον βρετανικό τρόπο ζωής. Σε συνέντευξή του ο ίδιος αναφέρει: «Όμως το έκαναν με τέτοιο τρόπο που μας έκανε όλους να γελάμε ενώ το προέβαλαν κατά μία έννοια. Για μένα, αυτό κάναμε ως συγκρότημα στο “Thick As A Brick”. Ψαλιδίζαμε την ιδέα του concept άλμπουμ, αλλά με έναν χιουμοριστικό τρόπο που δεν έφτανε ωστόσο τα όρια της κοροϊδίας». Το περιεχόμενο των λοιπών “άρθρων” που έχουν τεθεί εντός εξωφύλλου, εσωφύλλου και οπισθοφύλλου είναι δημιούργημα και τόσο του Ian, όσο και των Hammond και Evan. Η συμμετοχή αυτή αναδεικνύεται και στη φράση του Ian «Υποθέτω ότι πρέπει να παραδεχτώ ότι πραγματικά επέβαλα την όλη ιδέα στα άλλα μέλη, αλλά και εκείνα ανταποκρίθηκαν σε αυτό ιδίως περνώντας στο μουσικό μέρος».

Στιχουργικά μιλώντας, σε αντιπαραβολή προς το “Aqualung”, όπου επικρατεί λιτότητα, οι μεταφορικές τάσεις του “Thick” είναι σκόπιμα περίπλοκες, σκοτεινές και αινιγματικές. Η λυρική ασυνοχή, οδηγεί τον Κρεγκ Τόμας, ο οποίος έγραψε σχετικά, στο σημείο να αμφισβητήσει σοβαρά εάν αυτό ορθώς μνημονεύεται ως concept άλμπουμ. Αντίθετα, το θεωρεί περισσότερο ως μία παραλλαγή/ προέκταση των “free-jazz… αυτοσχεδιασμών της δεκαετίας του 1960”. Όπως και να ‘χει η περιοδεία του ‘72 περιλάμβανε ολόκληρο το άλμπουμ και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης θεατρικών παραστάσεων και act ανά τον κόσμο. Το άλμπουμ έλαβε μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα στις Η.Π.Α. όταν εμφανίστηκε σε επεισόδιο του “The Simpsons”. Αν σας έχει διαφύγει θα δείτε πως ο χαρακτήρας του Martin Prince τραγουδά μέρος του τραγουδιού στο επεισόδιο “Girls Just Want To Have Sums”, ενώ στο σύνολό του κοσμεί και τους τίτλους τέλους.

Στα πλαίσια της γενικότερης επιρροής του “Thick” ο Anderson εικάζει επίσης πως ο Harry Shearer στο spoof rockumentary “This Is Spinal Tap” εμπνεύστηκε το όνομα του φανταστικού χαρακτήρα του Derek Smalls από το “Thick” επειδή ο Smalls στην ταινία κάπνιζε μια πίπα Peterson και οι μόνοι τρεις άνθρωποι που γνωρίζει σε όλο το φάσμα του rock’n’roll που καπνίζουν τέτοια ήταν όλοι μέλη των Jethro Tull. Βέβαια να πούμε ότι αυτό δεν έχει επισήμως επιβεβαιωθεί ούτε από το Shearer αλλά ούτε από κάποιον άλλο παράγοντα της ταινίας. Με τη χαραυγή δε της τρίτης χιλιετίας (2001) μία νέα εκδοχή μέρους του δίσκου, φιγουράρει σε διαφήμιση της Hyundai. Να πούμε εδώ ότι ο Anderson επιμελήθηκε ο ίδιος της ηχογράφησης αυτής αφού επ’ ουδενί δεν ήθελε το αποτέλεσμα να είναι έξω από τη σφαίρα του mindset του άλμπουμ. Αυτοσχεδίασε ένα outro το οποίο ένιωθε ότι ήταν το καλύτερο μέρος, αλλά ήταν μονταρισμένο. Fun fact: Ο Anderson αποκαλεί τον εαυτό του επαγγελματία επιβάτη (και σε καμία περίπτωση οδηγό).

Τον Απρίλιο του 2012, κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Thick as a Brick 2: Whatever Happened to Gerald Bostock?”, επικεντρώνοντας αυτή τη φορά στο χαρακτήρα του νεαρού παιδιού, όπου παρουσιάζει πέντε διαφορετικές, υποθετικές ιστορίες, μεταξύ αυτών ενός άπληστου επενδυτή, ενός ομοφυλόφιλου άστεγου, ενός στρατιώτη του πολέμου στο Αφγανιστάν, ενός υποκριτή ευαγγελιστή ιεροκήρυκα και ενός παντρεμένου και άτεκνου καταστηματάρχη. Το εξώφυλλο είχε την εμφάνιση πρωτοσέλιδου εφημερίδας με την ονομασία “The St Cleve Chronicle and Linwell Advertiser” και για την προώθηση του άλμπουμ στήθηκε μία διαδικτυακή εφημερίδα, ονόματι “StCleve”.

Αφήνοντας το “Thick” στο πάνθεoν των progressive rock ύμνων, αξίζει να σημειώσουμε εν κατακλείδι πως σχεδόν μετά από 2 δεκαετίες δισκογραφικής ανομβρίας οι Tull επέστρεψαν με το “Τhe Zealot Gene”, 22ο παρακαλώ άλμπουμ της καριέρας τους. Υπενθυμίζω δε και τις πρόσφατες δηλώσεις του Anderson περί το Δεκέμβριο του ‘21 όπου σημειώνει πως ο Bruce Dickinson του ζήτησε να κάνουν μαζί κάποιο live performance project στο τέλος του επόμενου έτους (παρεμφερές με το αξεπέραστο live στο Canterbury Cathedral’s το 2011; Θα δούμε…). Επειδή πλησιάζει, το νου σας!

Τέλος, αντί επιλόγου, όσοι δεν είχατε την ευκαιρία να τους απολαύσετε μέχρι σήμερα, και θέλετε να βιώσετε ένα μουσικό ταξίδι από τον Bach έως τον prog rock μυστικισμό των ‘70s, παρακαλώ πολύ … σπεύσατε!