Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ‘80.  Αλλά την βαφτίζουμε Γκόθαμ Σίτυ. Εικόνες του παρελθόντος που δισεκατομμυριούχοι δεν ζητούν μέσω της ψήφου, αλλά απαιτούν από το διαιρεμένο ταξικά και φυλετικά υπηρετικό τους προσωπικό ή στα μάτια του κράτους αποκαλούμενους φορολογούμενους ή απλά εργατικό δυναμικό, να τους δώσουν δημοκρατική νομιμοποίηση για να ιδιωτικοποιήσουν τα πάντα. Ταυτόχρονα εικόνες από το μέλλον. Εικόνες του σήμερα. Μια ψυχολογικά υπό κατάρρευση κοινωνία με πολίτες φορτωμένους με εξαθλιωμένες ζωές που ψάχνουν μια ευκαιρία να πιάσουν την καλή για να γλυτώσουν. Για να γλυτώσουν από αυτό που τις κάνει μίζερες και άθλιες. Να γλυτώσουν από το μαρτύριο που λέγεται καπιταλισμός. Αλλά εδώ το βαφτίζουμε «το σύστημα». Μια ταινία που σηκώνει θύελλα αντιδράσεων. Ένα έργο τέχνης που δημιουργήθηκε να φέρει πίσω στα ταμεία εκατομμύρια δολάρια, και μπράβο της, αλλά την ίδια ώρα έδωσε σε μια γενιά το δικό της σημείο αναφοράς. Το Τζόκερ ανεξάρτητα  του αν θα πάρει κάποιο Όσκαρ έχει μπει ήδη στο πάνθεον των αριστουργημάτων της έβδομης τέχνης. Άλλωστε να ζητάς βραβείο για μια ταινία για να θεωρείται κορυφαία και εμβληματική είναι σαν να ζητάς από το “Οverkill” ή το “Orgasmatron” να έχει Grammy και άλλες τέτοιες ανόητες αναφορές. Το Τζόκερ στέκεται επάξια δίπλα στο «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» και το «Ο Ταξιτζής», χωρίς την αλόγιστη βία σαν αυτοσκοπό και με την ίδια Σκορζεζική αύρα να μαγεύει το κοινό που καθρεφτίζεται στο πανί των πολυτελών κινηματογράφων που σύρετε κατά χιλιάδες για να δει το φιλμ.  Επιβάλλεται ένα τέτοιο δημιούργημα που πλέον θα κινείται με την πάροδο του χρόνου στη σφαίρα του μυθικού να στολίζεται με υπερβολές. Έτσι διευκολύνεται η οικειοποίηση του από τις μάζες που δυσκολεύεται να διακρίνει το μεγαλείο μέσω  της απλότητας και χρειάζεται να θεοποιεί για να υποδεχθεί την λάμψη μιας ταινίας που αν δεν ήξερες την περσόνα του Τζόκερ σαν το αντίπαλο δέος του Μπάτμαν ή δεν αναγνωρίζεις το επίθετο του πατέρα του θα παραμιλούσε η υφήλιος για το underground διαμάντι του σινεμά. Στο σημείο αυτό νομίζω πως εθελοτυφλούν όσοι βλέπουν απλά την Νέμεση του Μπάτμαν ή άλλη μια βερσιόν του ποπ ειδώλου και του διάσημου κακού μιας κόμικ καρικατούρας. Το έργο φυσικά απαλλάσσεται από καρτουνίστικα κλισέ και εμμονές και ξεδιπλώνει το δράμα ενός ψυχικά ασθενούς που το κράτος μέσω του Δήμου, κόβει την επιχορήγηση φαρμάκων και τον ωθεί να βρει σε αυτή την άρνηση, την αφορμή που ψάχνει για να αφορίσει τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σεναριακά οι Μπομπ Κέιν, Μπιλ Φίνγκερ και Τζέρι Ρόμπινσον δημιούργησαν ένα σκοτεινό απολίτικο νιχιλιστικό μανιφέστο κοινωνικού αμοραλισμού. Οι σεναριογράφοι του «Hangover», άλλη μια φορά, αν και σε εντελώς άλλο ύφος, σκιαγραφούν τους προβληματισμούς των λευκών αστών ανδρών με τις εύθραυστες ισορροπίες του ψυχισμού τους. Η κρίση του αρσενικού κυρίαρχου μοντέλου και  προτύπου με την ανικανότητα που νιώθει ο μέσος άντρας, που η επαγγελματική επιτυχία του ή όχι τον καταξιώνει κοινωνικά και του χαρίζει ψυχική ευρωστία ή τον ευνουχίζει με θλιβερές και ενίοτε ανεξέλεγκτες για αυτόν καταστάσεις. Όμως η ταινία δεν μένει εκεί. Ο νεοφιλελευθερισμός μπαίνει σε πρώτο πλάνο και φωτογραφίζεται σαν η πηγή κάθε δεινού του σύγχρονου ανθρώπου. Σκηνοθετικά μιλάμε για ένα έπος που μόνο ο Σκορσέζε μας έχει χαρίσει. Η πόλη είναι ένα απέραντος σκουπιδότοπος, όχι μόνο από αλληγορική αποτύπωση ενός δυστοπικού περιβάλλοντος. Λειτουργεί σαν την σκηνή, που άρρωστες ψυχές βολοδέρνουν από άρνηση σε άρνηση και την μια αποτυχία στην άλλη, με την ζωή να είναι μια κωμωδία που το γέλιο έχει αντικατασταθεί από το άναρθρο κλάμα ή ένα πεσιμιστικό δράμα που ο κλαυσίγελος κάνει την πραγματικότητα δυσδιάκριτη από την αλήθεια, αλλά το ίδιο σκληρή και απάνθρωπη. Η στάση των πλουσίων ορίζει την συμπεριφορά του ατόμου αλλά και της κοινωνίας. Είτε αυτοί είναι οι τρεις νέοι στο τραίνο, είτε είναι ο δισεκατομμυριούχος κύριος Γουέιν, είτε είναι ο δήμαρχος που κόβει τα δημόσια προγράμματα ψυχικής υγείας, χάρη στα οποία λάμβανε τα φάρμακά του και μπορούσε να επισκέπτεται γιατρούς του ο Άρθουρ Φλεκ. Η πράξη τους έχει συνέπειες. Και μεταλλάσσουν ένα ψυχικά ασθενή σε αμοραλιστή εγκληματία. Σκοτώνουν τον Άρθουρ και γεννάνε τον Τζόκερ. Στο δεύτερο μέρος του «Kill Bill», o Bill (Νταίηβιντ Καραντάϊν) λίγο πριν την τελική αναμέτρηση με την “Νύφη” Μπέτριξ Κίντο (Ούμα Θέρμαν) της αναλύει γιατί θεωρεί τον Superman τον αγαπημένο του σούπερ ήρωα. «Superman didn’t become Superman. Superman was born Superman» της εξηγεί και παραθέτει πως δεν χρειάζεται να ξυπνάει σαν κάποιος άλλος το πρωί και να φορά μια στολή για να μεταμορφωθεί σε κάτι, όπως οι Σπάϊντερμαν και Μπάτμαν, αφού όταν ξυπνάει κάθε πρωί παραμένει ο Σούπερμαν που ήταν το προηγούμενο βράδυ. Καταλήγει πως ο Κλαρκ Κεντ είναι απλά το δειλό ανθρώπινο άλτερ έγκο το λέγοντας πως: «And what are the characteristics of Clark Kent? He’s weak, he’s unsure of himself, he’s a coward. Clark Kent is Superman’s critique on the whole human race», που αποτελεί ουσιαστικά την κριτική του στην ανθρώπινη φυλή. Την ίδια στιγμή ο Άρθουρ Φλεκ δεν διάλεξε να γίνει ο Τζόκερ, ούτε να γίνει ήρωας κανενός, ούτε καν το όνομα του δεν διάλεξε, αλλά η αλλαγή του σε κάτι τόσο μηδενιστικό και φονικό, είναι η δικιά του κριτική στην κοινωνία και την άρχουσα τάξη, όσο είναι και του Superman στην ανθρώπινη ράτσα. Ο Άρθουρ έχει ανάγκη μιας αγκαλιάς, μιας σταθερής δουλειάς, μια κοπέλας και των φαρμάκων του. Αντ’ αυτου φαντασιώνεται μια γειτόνισσα που τον φοβάται όσο την πλησιάζει, βλέπει την μάνα του να ονειροβατεί στην ατέρμονη αναζήτηση μιας βοήθειας που δεν θα έρθει ποτέ, απολύεται, χλευάζεται, κακοποιείται και τον κόβουν από το κοινωνικό πρόγραμμα συνταγογράφησης. Κάθε μέρα που περνάει η κοινωνία τον αποκόβει και την ίδια ώρα σε αυτόν θα βρει τον ήρωα που ψάχνει η λούμπεν μπασκλασαρία. Μάταια περιμένουν τις εξεγέρσεις να πραγματοποιούνται από οργανωμένα κινήματα και όχι από τον λούμπεν όχλο. Η κοινωνία που ζούμε, τόσο ίδια με αυτή στο Γκόθαμ, ξεχειλίζει από λουμπεναριό με έλλειψης ταξικής συνείδησης και απολιτίκ αμπελοφιλοσοφία, όσο ξεχειλίζουν από σκατό και δυσωδία οι κοινόχρηστες τουαλέτες που χρησιμοποιούν σε καφενείο στη Βικτώρια πρεζάκια, καυλωμένοι επαρχιώτες, πουτάνες, μικροεγκληματίες και μετανάστες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ο σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς, όμως, καταφέρνει να θέσει ερωτήματα και να προβληματίσει τον θεατή. Φυσικά δεν θα σας δώσει τις απαντήσεις που ζητάτε. Αν και ο ωμός μηδενισμός είναι η λογικότερη απάντηση σε αυτό το θνησιγενές κοινωνικό ιστό, αυτή ίσως δεν θα σας ικανοποιήσει. Το σάουντρακ μαγευτικό με το τσέλο να παγώνει το αίμα όταν ακούγεται στην διάρκεια της ταινίας, και τα «Rock & Roll Part II», «White Room» και το «Spanish Flea» να σε ταξιδεύουν σε άλλες εποχές και να μοιάζουν κομμένα και ραμμένα για αυτή την ταινία. Στο τέλος άφησα την ερμηνεία του Γιοακίν Φίνιξ που έκανε θρύψαλα την αντίστοιχη ανάλαφρη και μοσχοπληρωμένη του Τζακ Νίκολσον, αλλά και την  μοναδική που χάρισε αγαλματίδιο σε χαρακτήρα κόμικ, του Χιθ Λέτζερ για τον «Σκοτεινό Ιππότη». Βγαλμένες από αρχαίο δράμα κραυγές, και θρήνοι (το υστερικό γέλιο μόνο σαν θρήνος μπορεί να εκλειθφει) κινήσεις, σπασμωδικές σχεδόν χορευτικές χρησιμοποιώντας το σώμα του σαν πηλό, πλάθει μαεστρικά σε κάθε σκηνή το είδωλο της χαρακωμένης ψυχής του με κόκκαλα και σάρκα. Στην αποστειρωμένη και περιχαρακωμένη στη δήθεν πολιτική ορθότητα κοινωνία, που μαθαίνουμε στα παιδιά μας να λένε το χύσιμο μετά από καβλωμένο γαμήσι, εκτόνωση μετά από συνεύρεση που προκάλεσε πρότερη έντονη ερωτική διάθεση ή το ξεπούλημα των πλουτοπαραγωγικών πηγών σε εγκληματίες και τραπεζίτες, ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν θα μου κάνει εντύπωση να προκαλέσουν το κοινό αίσθημα περισσότερο οι σκηνές που ο Φίνιξ απλά καπνίζει και όχι όταν δεν αντέχει να βλέπει την μάνα του να σέρνεται πίσω από αυτόν που της γάμησε τη ζωή και λυτρώνει και τους δυο με ένα μαξιλάρι στο πρόσωπό της. Σε κάμποσα χρόνια θα ζούμε νέους και μεγαλύτερους να οργανώνουν διαλέξεις για την ταινία, να μιλάνε σε συνέδρια για την σημαντικότητα της και πως επηρέασε την urban κουλτούρα. Κόσμος θα ξέρει κάθε σκηνή απ’εξω, τους διαλόγους, θα φτιαχτούν δεύτερο, τρίτο μέρος, θα πουληθούν εκατομμύρια memorabilia, θα κάνουν τατουάζ αρκετοί τον Φίνιξ στα  γεμάτα από στεροειδή μπράτσα τους και θα καλύψει η μακιγιαρισμένη φάτσα του όσο περισσότερο μπορεί την  κυτταρίτιδα σε κάμποσα κωλομέρια. Κανείς δεν θα αφαιρέσει όμως την μεγαλοπρέπεια και το μερίδιο από την αιωνιότητα στην σκηνή με τον Τζόκερ να χορεύει καθώς κατεβαίνει τα σκαλιά (τα οποία κάθε φορά που γυρνούσε σπίτι έμοιαζαν σαν αλληγορικός Γολγοθάς πιο πριν στην ταινία) για να πάει στο αγαπημένο του τηλεοπτικό σόου του Μιούρεϊ Φράνκλιν, (που υποδύεται ο εκπληκτικός μετά από πολλά χρόνια Ρόμπερτ Ντε Νίρο), μια σκηνή που είναι ήδη δίπλα σε αυτή με τον Τράβις Μπικλ να αναρωτιέται «Are You Talkin’ to Me?», σε αυτή που ο Τζιν Κέλλυ τραγουδάει και χορεύει στη βροχή, σε αυτή που ο λοχίας Elias πέφτει νεκρός από τα πυρά των Βιετναμέζων στο ‘’Platoon’’, ο επιστάτης Τζακ Τόρανς σπάζοντας ένα κομμάτι της πόρτας μέσα από την τρύπα φωνάζει «Here’s Johnny!», και σε ολόκληρα τα 17 λεπτά του «Ανδαλουσιανού Σκύλου»…και τόσες άλλες μυθικές πια σκηνές. Ενώ επιτέλους κάποιος, έστω και ογδόντα χρόνια μετά, και αυτός δεν είναι άλλος από τον τολμηρό σκηνοθέτη Φίλιπς διηγείται την ιστορία με ρεαλισμό και όχι παραμυθένια, παρουσιάζοντας την οικογένεια του Μπάτμαν, όχι σαν εύπορους φιλάνθρωπους που πέφτουν θύματα κακοποιών, αλλά σαν αδίστακτους καπιταλιστές που σκοτώνονται σε μια αυθεντική λαϊκή, αν και χωρίς ιδεολογική στήριξη, εξέγερση.