1. Painkiller 1990

Ο απόλυτος δίσκος. Ο αψεγάδιαστος. Η κορυφή. Απόδοση, συνθέσεις, παραγωγή, αυθεντικότητα, κιθάρες, σόλο, ριφφ, ρεφραίν, ντραμς, μπάσο, αντοχή στον χρόνο, πάντρεμα ένδοξου παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον, ισορροπία ακρότητας και μελωδίας, εμπορικότητα χωρίς ποιοτικές εκπτώσεις ούτε στο ελάχιστο, επιδραστικότητα, αρτιότητα, μεγαλείο. Με τον (πρόσφατα θανόντα) Chris Tsangarides να έχει αναλάβει αυτή τη φορά να οδηγήσει το σχήμα στην κορυφή και να διαδέχεται τον εν πολλοίς υπεύθυνο για την καταξίωση του (χαρακτηριστικού) ήχου των Priest, Tom Allom. Γράφτηκε Ιστορία με ολόχρυσα γράμματα για το Heavy Metal από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1990 στα 2 στούντιο (Miraval και Wisseloord) σε Γαλλία και «Ολλανδία αντίστοιχα και είμαστε ευλογημένοι που μπορούμε να την απολαμβάνουμε 28 χρόνια τώρα.

  1. Defenders of The Faith 1984

Με την ίδια συνταγή (της επιτυχίας) που σκάρωσαν το Screaming For Vengeance δύο χρόνια πριν παραδίδουν μαθήματα το πως οι δίδυμες κιθάρες δεν εναλλάσσουν απλά lead, riff, solo και αρμονίες αλλά συνεχίζουν να ορίζουν τα 80’s και να επηρεάζουν τους πάντες από speed μέχρι power, να γεννάνε κλώνους, θιασώτες, οπαδούς, συνοδοιπόρους, συνεχιστές αλλά και υπερασπιστές της πίστης με τη βοήθεια ενός υπέρτατου λαρυγγιού που ντύνει με την φωνή του τα πιο αιχμηρά και επικίνδυνα ριφφ που έγραψε το δίδυμο Downing/Tipton μέχρι το 1990…

  1. British Steel 1980

Κυκλοφόρησε την χρονιά που μνημονεύεται σαν η σημαντικότερη όλων των εποχών για το χεβι μεταλ. Την χρονιά που κυκλοφόρησαν σπουδαίοι, χιλιοτραγουδισμένοι, υπέροχοι, πλατινένιοι, αξεπέραστοι δίσκοι. Και είναι δικαιωματικά στους τρεις καλύτερους εκείνου του έτους. Με τραγούδια σαν τα Breaking The Law (ποιος δεν το ξέρει ή δεν το έχει ακούσει έστω μια φορά στην ζωή του), Metal Gods (με την επιβλητική εισαγωγή μπάσιμο που μόνο ο Νίκος Γκάλης έχει κάνει παρόμοια) και το Living After Midnight (που πόσοι δεν προσπάθησαν να φτιάξουν παρόμοιο χιτ με αυτό) να πιστοποιούν με την διαχρονικότητά τους τον παραπάνω ισχυρισμό. Επιβλητικό με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά εξώφυλλα -που ορίζουν και θα συνεχίζουν να ορίζουν αισθητικά το- χέβι μεταλ αιώνια.

  1. Killing Machine 1978

Και κάπως έτσι ήρθανε -ελαφρώς νωρίτερα- τα 80’s. Με ενδυματολογικό κώδικα βγαλμένο από τους μηχανόβιους των Η.Π.Α. -αλλά και τους ομοφυλόφιλους του Σαν Φρανσίσκο- οι Priest ορίζουν την εμφάνιση των μεταλλάδων από δω και πέρα ενώ η επιρροή που ασκεί στις μάζες ο εν λόγω δίσκος ακόμα και τώρα 40 χρόνια μετά είναι έντονος και πέρα από συμβολισμούς. Στα της μουσικής μιλάμε για έναν ανυπέρβλητο δίσκο που ορίζει τι εστί μεταλλικό και ξεσηκώνει τότε τον κόσμο ανά την υφήλιο που βλέπει έναν τεράστιο όνομα να γεννιέται κόντρα στο πνεύμα της εποχής που θέλει το πανκ να κατακτά την Γη. Οι εταιρίες το θέλανε νεκρό αλλά το χέβι μέταλ μόλις είχε ξεκινήσει την επίθεση του. Γρήγορα ξεσηκωτικά κομμάτια σαν τα Running Wild και Hell Bent For Leather, άλλα με πονηρούς στίχους που σου καρφωνότανε στο μυαλό όπως το Evil Fantasies και το Burnin’ Up που είναι στα καλύτερα και πιο αισθησιακά που έχουν γράψει ποτέ οι Priest, το συναισθηματικό Before The Dawn αλλά και πιο πιασάρικες στιγμές όπως το Take On The World που προϊδέαζε για το United του British Steel  και θύμιζε Queen συνθέτουν ένα άλμπουμ που περιέχει μόνο κομματάρες και το Delivering The Goods να είναι το διαμάντι στο στέμμα που μοιάζει να φορά ο αιμοβόρος και ντυμένος στα δερμάτινα του οποίου το πορτραίτο φιγουράρει στο εξωφύλλο. Η αμερικάνικη έκδοση πριν βγούνε τα remaster με τα bonus εκτός από άλλον τίτλο περιείχε αποκλειστικά και την διασκευή έπος του Green Manalishi. 

 

  1. Stained Class 1978

Δεν μπορώ να βάλω σε μια λογική σειρά τις σκέψεις μου όταν είναι να μιλήσω για τόσο σπουδαία άλμπουμ που από την πρώτη νότα, μην πω από την πρώτη ματιά στο εξώφυλλο έχουν μαγνητίσει τόσα βλέμματα και μαγέψει τόσο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια. Είναι τόσα που θες να πεις και μοιάζουν όλα ειπωμένα στην νιοστή πριν από σένα από κάθε έναν ξεχωριστά που μαγνήτισαν και μάγεψαν…Beyond The Realms of Death, Exciter, Saints In Hell, Better Than You Better Than Me (που τόσο τους έμπλεξε η παραπλανημένη ανάγνωση των στίχων του) δεν είναι απλά τίτλοι μοναδικών τραγουδιών ή ύμνων του χέβι μεταλ. Είναι το αρχέτυπο του.

 

  1. Screaming For Vengeance 1982

Η επιτυχία που εναγωνίως έψαχναν και -ευτυχώς- δεν βρήκαν με το ανούσιο και άνευρο Point Of Entry ήρθε (ένα χρόνο αργότερα) με τον εν λόγω δίσκο. Και ειρωνικά με την λιγότερη καλή στιγμή του. Δεν θα ήταν σωστό να πω αδύναμη. Γιατί δεν υπάρχει αδύναμη στιγμή, ούτε καν μέτρια. Με το You ‘ve Got Αnother Thing Coming λοιπόν που έχει καμωμένο για singalong με εντελώς συναυλιακό ρυθμό και στακάτο ριφφ. Εθιστικό αν και ξεδιάντροπα εμπορικό δεν χάλασε κανέναν ειδικά όταν πλαισιώνεται με τα υπερηχητικά Electric Eye και το ομώνυμο, το ταξιδιάρικο Riding Οn The Wind, το αισθησιακό (αδερφάκι του Burnin’ Up) Fever, το mid-tempo ύμνο Bloodstone αλλά και το (Take These) Chains που είναι μια κατηγορία μόνο του. Αμερικανιά ξε αμερικανιά επέβαλε πέρα από τον Ατλαντικό τους Priest σαν αστέρες πρώτου μεγέθους.

 

 

  1. Sin After Sin 1977

Ο πρώτος τεράστιος δίσκος των Priest. Τεράστιος με όλη τη σημασία της λέξης. Το συμβόλαιο στην πολυεθνική το έδωσε το Sad Wings αλλά το πρώτο μεγαλείο με ένα δίσκο στην ολότητά του μας το χάρισαν πριν 41 χρόνια οι Βρετανοί με τούτο εδώ. Δεν είναι μόνο τα κομμάτια που στέκονται αγέρωχα μπροστά στο Χρόνο που αδύναμος βλέπει να ξεθωριάζει η δύναμη του πάνω σε αυτά. Είναι και η αύρα που βγάζει αυτό το άλμπουμ, μια αίσθηση, μια μυρωδιά μιας άλλης εποχής που προηγείται του N.W.O.B.H.M. και βγάζει αυτή την ατόφια ροκιά. Συνωμοτεί σε αυτό η υπέροχη παραγωγή του Roger Glover που στα χέρια του και σε χρόνο ρεκόρ οι συνθέσεις των Judas Priest παίρνουν μια ζεστή μορφή αλλά και το γλυκό παίξιμο στα ντραμς του session Simon Phillips και τα ακονισμένα ριφφ των Tipton/Downing. Sinner, Dissident Aggressor, Raw Deal αλλά και Genocide που οι στίχοι του βάπτισαν το άλμπουμ ξεχωρίζουν ανάμεσα σε διαμάντια και σκουριά…

 

  1. Sad Wings of Destiny 1976

Μεγάλο άλμπουμ, πέρα από ιδιώματα. Ίσως όχι τόσο μεταλλικό με τους περιορισμούς του όρου. Ίσως όχι όπως το ορίζουμε τώρα ή στα 80’s. Πάντως πρωτοπόρο σαν ήχος, σαν προσέγγιση, σαν απόδοση μελών, σαν συνθέσεις που δείχνανε δρόμους και ίσως και να τους χαράξανε. Δεν είναι μόνο το Victim of Changes ή το Dream Deceiver. Δεν είναι μόνο το Tyrant ή το The Ripper. Δεν είναι τα ριφφ, η σπαρακτική φωνή ή οι δίδυμες κιθάρες.  Δεν είναι το τεράστιο εξώφυλλο και η αισθητική από αυτό αποπνέει. Είναι όλα αυτά μαζί και κυρίως αυτά που άφηναν να εννοηθούν πως έρχονται που τους χάρισε το συμβόλαιο στην CBS που έκανε την πολυεθνική να επενδύσει τα χρήματά της και εμάς τα όνειρά μας σε αυτούς τους ανθρώπους σε αυτό το συγκρότημα.

 

  1. Firepower 2018

Επιστροφάρα Τom Allom στην κονσόλα παρέα με Andy Sneap, μετά από καιρό τραγουδάρες (Never The Heroes, Children of the Sun, Spectre), και ο κόσμος στα social media να μαλώνει πιο είναι πιο γαμάτο και να ξεχνάει μέσα στην παραζάλη της δισκογραφικής επιτυχίας τον K.K. ενώ παράλληλα εξελίσσεται και το δράμα της υγείας του τεράστιου Tipton. Σημαντικό κάνει ένα δίσκο ο χρόνος αλλά πολύ καλό έως εξαιρετικό τον κάνουν οι συνθέσεις του και η απόδοση των μελών της μπάντας που εδώ δίνουν ρέστα τόσο συνθετικά όσο και παικτικά. 

 

  1. Angel Of Retribution 2003

Ο Roy Ζ που έκατσε πίσω από την κονσόλα σαν παραγωγός αυτού του δίσκου είχε προλάβει να σώσει την καριέρα των Dickinson και Halford κυκλοφορώντας 2 υπερδίσκους έκαστος, πριν αυτός αναλάβει την σημαντική αυτή δουλειά στους ώμους του, και ίσως σημαντικότερη στην δική του καριέρα.  Με αρωγό την εξαιρετική φόρμα των Downing/Tipton, την χαμένη μαγεία που επέστρεφε, την νοσταλγία που μαλάκωνε τις καρδιές των οπαδών, το κατάλληλο τάιμινγκ και την ισορροπία μεταξύ αναφορών στο παρελθόν και των συγχρόνων στοιχείων  που έκανε το αποτέλεσμα φρέσκο, το συγκρότημα δημιούργησε έναν από τους καλύτερους δίσκους του, αν όχι τον καλύτερο μετά το 1990. Ξεχωρίζουν τα Deal With The Devil, Revolution, , και  αλλά μάλλον το χιπ του σχήματος δεν ήταν τόσο δυνατό όσο αυτό είναι φέτος που όλοι αγκάλιασαν το Firepower και καλά κάναμε, αλλά τότε γιατί ο κόσμος αδιαφόρησε αναρωτιέμαι…

 

  1. Jugulator 1997

Εδώ το όνειρο κάθε οπαδού ζει ο Ripper, ίσως ενδόμυχα ταυτίζεται το κοινό με την ιστορία αυτή που θα εμπνεύσει και το σενάριο ταινίας τέσσερα χρόνια αργότερα. Καλό άλμπουμ. Με συνθέσεις στο πνεύμα της εποχής. Με τα 7 χρόνια δισκογραφικής απουσίας να αποδεικνύονται πάρα πολλά. Με το παράδοξο του όσο καλύτερα αποδίδει ο νέος τραγουδιστής να κάνει τον Halford να λείπει περισσότερο. Στιχουργικά ακόμα περισσότερο. Κακό εξώφυλλο, Painkiller δεύτερης διαλογής, που η μεγέθυνση και το κροπάρισμά του αρχικού σχεδίου να κάνει το πράγμα χειρότερο αλλά σαν άλμπουμ έχει τις στιγμές του που στέκονται αντάξια σε τραγούδια μνημεία του ένδοξου παρελθόντος. Ηλικιακά και μόνο έχω ένα πιο έντονο δέσιμο μιας και είναι το πρώτο άλμπουμ που περιμένω να κυκλοφορήσει όντας οπαδός του σχήματος. Cathedral Spires, Burn In Hell και Death Row αξίζουν να ξαναπαιχτούν ζωντανά πανάθεμά με…

 

  1. Point Of Entry 1981

Εδώ έχουμε την πρώτη επιτηδευμένη αναζήτηση εμπορικής καταξίωσης, την πρώτη απόπειρα δημιουργίας ραδιοφωνικού χιτ και παράλληλα την πρώτη δισκογραφική ξενέρα. Το τάιμινγκ για να κατακτήσουν τον κόσμο το είχανε αλλά περισσότερο κλώτσησαν την ευκαιρία για ένα ασύλληπτο σερί από 8 δισκάρες που είχε ξεκινήσει το 1976 και θα τελείωνε το 1984. Διασώζονται όχι χαριστικά αλλά γιατί είναι έπη πραγματικά τα Desert Plains, Heading Out To The Highway και το Solar Angels.

 

  1. Ram It Down 1988

Όσο καλό φαντάζει γιατί διαδέχθηκε το κακό Turbo τόσο μικρό μοιάζει γιατί το ακολουθεί το Painkiller…Με 4 κομμάτια του να έχουν γραφτεί την ίδια περίοδο με το Turbo, την περιοδεία που είχε προηγηθεί των ηχογραφήσεων να τους έχει εξουθενώσει σωματικά και ψυχικά, τα προσωπικά προβλήματα -κυρίως του Halford- να μην τελειώνουν ποτέ, μια άνευρη παραγωγή του Τom Allom  που δεν μπόρεσε να περισώσει τα πράγματα και ένας ήχος από drum machine να σκοτώνει τις συνθέσεις είναι με λίγα λόγια η ιστορία του Ram It Down. Φυσικά ξεχωρίζουν τα Blood Red Skies, Hard As Iron και το ομώνυμο. Ο δίσκος που αρχίζει να κλωτσάει ο Θεός…

 

  1. Nostradamus 2008

Ξεχωριστή θέση στη καρδιά μου (αλλά όχι στην συγκεκριμένη λίστα) έχει αυτό εδώ το άλμπουμ. Δεν υπάρχει πιο ευχάριστο πράγμα από το να βλέπεις ανήσυχα  καλλιτεχνικά πνεύματα -πόσο μάλλον όταν μιλάμε για προσωπικότητες μεγάλου βεληνεκούς- να ψάχνονται μετά από -άντα χρόνια καριέρας. Φυσικά το αποτέλεσμα δεν ήτανε αντάξιο των προσδοκιών αλλά από την άλλη δεν πιστεύω πως δόθηκε και η πρέπουσα σημασία από το κοινό. Θα μπορούσαν να μην είχανε τόσο μεγάλα εισαγωγές, πρελούδια ή ιντερλούδια που μάλλον ξενέρωναν τον κόσμο παρά τον βάζανε σε αφηγηματικό ή θεατρικό mood. Μιλώντας για θεατρικότητα ο Halford εδώ παίζει εντός έδρας αν και λείπει το πολύ μεγάλο ρεφραίν που η έντονη δραματικότητα του ερμηνευτή θα απογείωνε και αυτό με την σειρά του την απόδοση του Rob. Πολλά συμφωνικά στοιχεία, κάποιες ριφφάρες διάσπαρτες και κομματάρες (‘Prophecy’,’Nostradamus’ με την εκ-πλη-κτι-κή εισαγωγή,’Conquest’, και ‘Revelations’) αλλά σαν σύνολο κάτι μοιάζει να λείπει. Καλή προσπάθεια που ο κόσμος δεν ένιωσε και δεν αγκάλιασε.

 

  1. Rocka Rolla 1974

Το πρώτο χτύπημα. Όσο και αν έχουν δίκιο οι Dire Straits πως στο πρώτο άλμπουμ προετοιμάζεσαι 18 χρόνια και στο δεύτερο 6 μήνες, οπότε μοιραία πολλές φορές το ντεμπούτο μοιάζει πιο δουλεμένο, εντούτοις στους Priest δεν ισχύει αυτό σε καμία περίπτωση. Καλό άλμπουμ, ιστορικό, μας ετοιμάζει για μια σοβαρή μπάντα που έρχεται με καλές ιδέες αλλά τίποτα δεν προϊδεάζει για τον μεταλλικό τυφώνα που θα έρθει στο μέλλον. Το εξώφυλλο πανέξυπνο και στο πνεύμα της εποχής δηλώνει μια ροκενρολλάδικη τάση που ακούμε και στο ομώνυμο τραγούδι που μαζί με τα Run Of The Mill και Never Satisfied είναι οι καλύτερες στιγμές του Rocka Rolla.

 

  1. Redeemer of Souls 2014

Μια τόσο μεγάλη αλλαγή -μιας και στη θέση του τεράστιου K.K. έρχεται ο Faulkner και που σαν πρώτη γεύση αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση- δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Συνθετικά οι Priest ακούγονται νωθροί και με κάποιες εξαιρέσεις που προσπαθούν να ακουστούν πιο σκοτεινοί και έχουν κάποιο ενδιαφέρον η όλη προσπάθεια πνίγεται στις άπειρες μέτριες στιγμές, τα άπειρα fillers και τα 5 bonus που κάνουν την ακρόαση φανερά μια δύσκολη υπόθεση. Δεν το χρεώνουμε στον νέοπα, ίσως να ήταν απαραίτητη αυτή η κυκλοφορία και η ζύμωση κατά την ηχογράφησή του για να φτάσουμε στο φετινό Firepower που αγαπήθηκε έντονα.

 17. Demolition 2001

Ο κόσμος είχε ήδη ψυλλιαστεί πως η επιστροφή του μεταλλικού Θεού ήταν θέμα χρόνου. Κάτι η επιστροφή του Dickinson στο μαντρί στους Maiden, κάτι η δισκάρα που έβγαλε ο Halford (Resurrection, 2000) και θύμιζε τις προ Owens εποχές, λίγο η σχεδόν κοινή πορεία στο μυαλό του κοινού για Maiden και Priest, προδιαγράφανε το μέλλον καθαρά και ξάστερα (καταλυτικός υπήρξε και ο ρόλος αν και μετά το Demolition, του ραδιούργου Smallwood που χαντάκωσε το επόμενο -αν και εξαιρετικό- άλμπουμ Crucible του Halford το 2002 για να επισπεύσει τα πράγματα). Οπότε λογικά ο κόσμος δεν έδειχνε τρελή ζέση για το δίσκο όταν αυτός κυκλοφόρησε. Φυσικά αν έσπερνε όλα αυτά θα μπαίνανε σε  δεύτερη μοίρα αλλά δεν ήτανε στην πραγματικότητα το κάτι ιδιαίτερο δυστυχώς. Στην Ελλάδα τους είδαμε πρώτη φορά στην περιοδεία του εν λόγω δίσκου στα πλαίσια του Rockwave 2001 αλλά σαν άλμπουμ πάτωσε. Θυμάμαι την σπέσιαλ έκδοση στα 6 ευρώ το ίδιο καλοκαίρι στο Rock City να σκονίζεται στο τμήμα προσφορών…Αδύναμο με εντελώς αποπροσανατολισμένο ήχο, σε μια μάταιη προσπάθεια να ακουστούν ακραίοι και επίκαιροι. Είχε κάποιες καλές ιδέες αν και ουσιαστικά ελάχιστες ξεπερνούν την μετριότητα, ειδικά όταν μιλάμε για ένα σχήμα του μεγέθους των Priest. Feed On Me και Bloodsuckers οριακά διασώζονται.

 

  1. Turbo 1986

Μιλάμε για την χειρότερη στιγμή του συγκροτήματος. Ένα χιτάκι ντίσκο που η ποζεριά του το κάνει γοητευτικό, κάποια αδύναμα αμερικανοθρεμμένα ριφφ, χιλιάδες δικαιολογίες για να αποπροσανατολιστεί κάθε μέλος του σχήματος ξεχωριστά και όλοι μαζί  και κυρίως καμία διάθεση να παίξουν χέβι μεταλ. Ξεπούλημα ή όχι δεν μπορώ να ξέρω, πάντως η εμπορική καταξίωση δεν προϋποθέτει να μην παίζεις ‘σκληρά’ ή μεταλλικά. Η εποχή απαιτούσε βάτες, ξυσμένο μαλλί, eye-liner αλλά τίποτα από τα παραπάνω δεν έκανε τους Priest τόσο άνευρους και ποπ όσο η ίδια τους η διάθεση εκείνη την εποχή που τους είχε αποξενώσει από κάθε τι μεταλλικό.