από τον Αθανάσιο Σεφέρο

Κάθε φορά που ανακοινώνεται live των Jag Panzer στην Ελλάδα, ο metal οπαδός – και δη ο λάτρης του power – δεν χρειάζεται να σκεφτεί αν τους έχει ξαναδεί στο παρελθόν, πόσες φορές τους έχει ξαναδεί, για ποιο άλμπουμ περιοδεύουν και τα σχετικά. Πρέπει απλά να αγοράσει εγκαίρως το εισιτήριο του, να φρεσκάρει στη μνήμη του την δισκογραφία της μπάντας και να πάει την ημέρα της συναυλίας έτοιμος να ακούσει αγνό, ατόφιο αμερικανικό power metal με τα… όλα του! Και όταν λέμε όλα εννοούμε όγκο, δύναμη, λυρισμό και μελωδία.

Έτσι λοιπόν, το βράδυ της 24ης Μαϊου, το κοινό που είχε σχεδόν γεμίσει το Temple ήξερε τι να περιμένει, χωρίς αυτό να μειώσει στο ελάχιστο την ανυπομονησία του έως την στιγμή που οι Panzer πάτησαν το πόδι τους στη σκηνή. Προφανής η έναρξη με το Far Beyond All Fears μιας και η ευρωπαϊκή περιοδεία που τους έφερε από τα μέρη μας, γινόταν στα πλαίσια προώθησης του εξαιρετικού The Deviant Chord που κυκλοφόρησε το 2018. Πολύ νωρίς έγινε αντιληπτό ότι ο Harry “The Tyrant” Conklin ήταν βραχνιασμένος (εξαιτίας μιας ίωσης που τον ταλαιπωρούσε), όμως αντί να χρησιμοποιήσει αυτό το πρόβλημα σαν δικαιολογία για να προστατεύσει την φωνή του, έδινε σε κάθε ερμηνεία όλο τον εαυτού του. Κοινώς: ποιός είδε τον Τύραννο και δεν τον φοβήθηκε! Στο Chain of Command γίνεται ο πρώτος χαμός ενώ στα Achilles και Overlord η ανταπόκριση του κόσμου είναι ανέλπιστα θερμή. Πρώτη βουτιά στο παρελθόν και το άλμπουμ που έχει αγαπηθεί όσο λίγα στην Ελλάδα (τι εννοείτε ποιό;;) με Licensed to Kill και Harder than Steel όπου headbanging, devil horns και sing along πάνε κι έρχονται!

Προσωπικά, πάντα πίστευα ότι οι Jag Panzer έφτασαν στο καλλιτεχνικό τους απόγειο την περίοδο ’97-’01 όπου σε μία πενταετία κυκλοφόρησαν όχι ένα, όχι δύο, αλλά τέσσερα αριστουργήματα του παγκόσμιου metal (The Fourth Judgement, The Age of Mastery, Thane to the Throne, Mechanized Warfare), οπότε η επιλογή τους να τιμήσουν τα τρία πρώτα με σερί τα Black, Iron Eagle και King at a Price μου προκάλεσε τεράστια χαρά. Η σειρά του MW ήρθε αργότερα με το υπέροχο Scarlet Letter. Στο μεταξύ η απουσία του Joey Tafolla ναι μεν στενοχώρησε όσους περίμεναν να τον δουν (και κυρίως να τον ακούσουν!) για άλλη μια φορά από κοντά, από την άλλη όμως έδωσε σε όλους εμάς την ευκαιρία να ακούσουμε τραγούδια-ύμνους στη σύνθεση των οποίων δεν συμμετείχε… Την θέση του στην lead κιθάρα για την περιοδεία είχε πάρει ο Ken Rodarte, ο οποίος εκτός από εξαιρετικός κιθαρίστας αποδείχθηκε και δεινός τραγουδιστής! Στην εισαγωγή του Foggy Dew ανέλαβε εξ ολοκλήρου τα φωνητικά ενώ στη συνέχεια απέδωσε περίφημα τα περίτεχνα σόλο του τραγουδιού.

Ίσως η κορυφαία στιγμή του live ήρθε όταν τα φώτα χαμήλωσαν και εν μέσω σκότους, ακούστηκαν, δια στόματος Conklin, οι στίχοι “figures fly across a moonlit bay”… Η ανατριχίλα έδωσε ακαριαία την θέση της στην πώρωση, όλο το club σειόταν υπό τους ήχους του Shadow Thief και τα πρώτα stage dives ήταν γεγονός! Μοναδική στιγμή πραγματικά για όλους τους παρευρισκόμενους. Κλείσιμο με το φρέσκο Born of the Flame και οι ιαχές “Panzer! Panzer!” έβγαλαν την μπάντα στη σκηνή για το πρώτο encore. Πανζουρλισμός στο Warfare με τον Tyrant να δίνει το μικρόφωνο στις πρώτες σειρές, τρελά mosh pit στο Generally Hostile με τον κιθαρίστα-ηγέτη Mark Briody να κατεβαίνει από την σκηνή για να παίξει ανάμεσα στο κοινό, το οποίο τον “συνόδευσε” με ξέφρενο air guitaring! Κι εκεί που πολλοί θεωρούσαν ότι η συναυλία είχε τελειώσει και άρχισαν να αποχωρούν, οι Αμερικανοί βγαίνοντας εκτός προγράμματος και σέτλιστ, μας προσέφεραν το δεύτερο encore με το 18ο (!) τραγούδι της βραδιάς!

Ο αποχαιρετισμός με τον Νοσφεράτου του Symphony of Terror ήταν επικός και συνάμα γλυκός, αφού για πάνω από μιάμιση ώρα οι Jag Panzer τα έδωσαν όλα, κόντρα στα διάφορα προβλήματα ήχου που παρουσιάστηκαν κυρίως στο πρώτο μισό της εμφάνισης τους και κρίνοντας από τα χαμόγελα των οπαδών τους μετά το πέρας της, δεν άφησαν κανέναν παραπονεμένο. Και πως να γίνει αυτό, όταν η απόδοση όλων τους ήταν (όπως πάντα) κορυφαία, με ιδιαίτερη μνεία να αξίζει στο rhythm section του “παλιού” Rikard Stjernquist στα drums και του “νέου” (αλλά παλιού γνώριμου) Aric Avina στο μπάσο, οι οποίοι έδωσαν τον απαραίτητο όγκο και την δύναμη ώστε το ερπυστριοφόρο από το Colorado να ισοπεδώσει -με ευκολία- το club της Ιάκχου.

Εκτός όμως από κορυφαίοι μουσικοί, οι Jag Panzer αποδεικνύονται σε κάθε επίσκεψη τους στην Ελλάδα και κορυφαίοι άνθρωποι, αφού έμειναν στον χώρο για αρκετή ώρα μετά το τέλος της συναυλίας, υπογράφοντας υπομονετικά αυτόγραφα για τους φίλους τους και βγάζοντας μαζί τους τις καθιερωμένες φωτογραφίες. Κλείνοντας θα ήθελα να τους ευχαριστήσω προσωπικά για την μουσική και τις συγκινήσεις που μου/μας έχουν προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια και να ευχηθώ να συνεχίσουμε να τους απολαμβάνουμε επί σκηνής για πολλά χρόνια ακόμα!

(να μας συγχωρείτε που λόγω αργοπορημένης άφιξης του συντάκτη στο Temple, δεν μπορέσαμε να καλύψουμε την εμφάνιση των Valor, μιας και πρόλαβε μόλις 2 τραγούδια στο τέλος)