Αλήθεια πόσο εύκολο μπορεί να είναι να καλείται κάποιος να γράψει δυο αράδες για το Ace of Spades λίγες μέρες προτού συμπληρώσει 40 χρόνια κυκλοφορίας;

Το Ace of Spades πρέπει να θεωρείται ένας δίσκος που είτε ακούς αυτή τη μουσική είτε όχι, αν έχεις ένα ψήγμα ψυχής μέσα σου, πρέπει να σου αρέσει ρε άνθρωπε, είναι καταδικασμένος γι αυτό. Θυμάμαι, πιτσιρικάδες, είχαμε πάει να χαζέψουμε βινύλια με έναν τότε φίλο, πιο νέο στη φάση και μου ζήτησε να του προτείνω κάτι να πάρει να ακούσει. «Πάρε το Ace of Spades» του λέω «και ετοιμάσου να σου αλλάξει τη ζωή». Όταν τον ξαναείδα, τον ρώτησα «λέγε, δε γαμάει;»,

-«ε, δεν τρελάθηκα, λίγο το Love you like a Reptile μ’ άρεσε, το έκλεισα μετά…».

Ήταν κ η τελευταία φορά που τα είπαμε και γενικά αν συναντήσετε αντίστοιχη περίπτωση, καλό θα είναι να μη συναναστρέφεστε τόσο μίζερα άτομα, δε χρειάζεστε τόση αρνητικότητα στη ζωή σας…

Το μέγιστο επίτευγμα των Motörhead με αυτό το δίσκο, είναι ότι κατάφεραν να αναρριχηθούν σχεδόν στην κορυφή των αγγλικών charts (#4) χωρίς  να κάνουν τον παραμικρό συμβιβασμό για να το πετύχουν. Το αντίθετο. Πόσα συγκροτήματα σας έρχονται να το έχουν καταφέρει αυτό;

Έχοντας βρει τη συνταγή που κερδίζει στα Overkill και Bomber, με ακλόνητο σύμμαχο το momentum και την όλο και αυξανόμενη επιτυχία τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατορθώνουν να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο σε όλους τους τομείς, πολλαπλασιάζοντάς την ισχύ τους μ’ ένα πραγματικά λυσσασμένο παίξιμο και την πεποίθηση του ότι έχει έρθει η επιτέλους η ώρα τους.

Το timing της εποχής ήταν πράγματι το ιδανικό, όλοι οι πλανήτες ευθυγραμισμένοι. Οι Motörhead το γνώριζαν πολύ καλά και ήταν έτοιμοι για το breakthrough.

Με τη σιγουριά του Vic Maile αυτή τη φορά στην καρέκλα του παραγωγού, μπήκαν στο στούντιο τον Ιούλιο του 1980 έτοιμοι για το μεγάλο στοίχημα.

Η χημεία τους στα κόκκινα, η έμπνευση να καλπάζει και το αποτέλεσμα…

Ένα υπερηχητικό αστικό western.

Η αποτύπωση ενός απλησίαστου, γοητευτικά παρακμιακού, επικίνδυνου αλλά και φιλοσοφημένου lifestyle, πάντα συνοδεία Speed και Jack για να βγαίνει η μέρα. Η ματαιότητα του εφήμερου, η υπερβολή. Μια πραγματικότητα όπου ο ύπνος δεν αποτελεί άμεση προτεραιότητα και τα ονόματα δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Όλα στο μέγιστο.

Το εξώφυλλο, απόλυτα αντιπροσωπευτικό με το περιεχόμενο. Οι outcasts, οι παρίες της μουσικής βιομηχανίας. Τόσο αυθεντικά bad-ass που ακόμα κ οι πιο σκληροί των σπαγγέτι western, στην όψη των τριων αυτών καταραμένων φιγούρων να τους κοιτούν από το λόφο θα  αισθάνονταν «τρυφερά πόδια» και θα έκοβαν λάσπη…

Η αποδοχή, λυτρωτική.

Μεταλλάδες, Ροκάδες, Μηχανόβιοι, Νιουγουεηβάδες κ Πάνκηδες όλοι μαζί στον ίδιοι χώρο, επίσης μια καινοτομία του σχήματος, Ο καθένας έβρισκε το δικό του κομμάτι στους Motörhead. Δε θα ξεχάσω ποτέ το στιγμιότυπο ενός τυπά με τεράστια μοϊκάνα σ’ ένα βίντεο του Jaibait, Wendy O’ Williams με Lemmy, να χτυπιέται σαν παλαβός στο κάγκελο, πόσh εντύπωση μου είχε κάνει όταν το είχα πρωτοδεί μικρός. Λες και στην τελική δεν είμαστε όλοι στο ίδιο περιθώριο για τους από πάνω…

“…They got the power now, but soon it’s our hour now, we all know where we’ve been, all we do is live to win…”

Στάση ζωής.

Τι να πρωτογράψει κανείς για το ομώνυμο τραγούδι. Ένα τραγούδι που έμελλε να γίνει η πιο αναγνωρίσιμη στιγμή τους, αναπόσπαστο σημείο των shows τους για τα επόμενα 35 χρόνια, το δικό τους Good Golly Miss Molly, όπως αρεσκόταν να το παραλληλίζει ο θείος. Το καταιγιστικό μπάσιμο του Rickenbacker, το κρεσέντο των τυμπάνων και το πανέξυπνο riff του Fast Eddie συνθέτουν έναν καμβά έτοιμο να δεχτεί τους θρυλικότερους στίχους που έχει γράψει ο Lemmy μέχρι τότε. Με μια φωνή που κατεβάζει βιτρίνα, ξορκίζει την κακή τύχη και το σύμβολο αυτής –τον άσσο μπαστούνι- δηλώνοντάς της ευθαρσώς ότι δεν παίρνει κ πολύ στα σοβαρά τα πράγματα και ότι οι προθέσεις του γενικά είναι να το απολαύσει στο έπακρο για όσο βρίσκεται εδώ… Ο Fast Eddie βάζει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του με ένα θριαμβευτικό σόλο, ενώ ο Philthy Animal, σαν γνήσιος αληταράς ντράμερ της σχολής Keith Moon, ακούγεται λες και κοπανάει κάποιον οπαδό της Chelsea που τον στραβοκοίταξε στην pub!

Για πρώτη φορά στο rock ‘n’ roll συναντούμε εδώ τραγούδι καλλιτέχνη, το οποίο να είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στο crew του και φυσικά δεν πρόκειται για άλλο από το άφθαρτο We Are the Road Crew. Ο Lem, έχοντας υπάρξει και ο ίδιος roadie του Hendrix στο παρελθόν, αντιλαμβάνεται ότι μεγάλο μέρος της αυξανόμενης δημοτικότητας των Motörhead οφείλεται  στην αναβάθμιση του stage show τους, πράγμα αδύνατο χωρίς την αδιάκοπη και βαριά εργασία του συνεργείου της μπάντας  και φυσικά το να στήνεις κ να ξεστήνεις ένα διακοσμητικό βομβαρδιστικό κάθε βράδυ επί σκηνής σίγουρα δεν είναι κ ό,τι το πιο εύκολο. Το “Road Crew” έγινε δεκτό με ιδιαίτερη συγκίνηση από τους πρωταγωνιστές του και θεωρείται ultra classic!

Love Me Like A Reptile, Jailbait, Fast & Loose και φυσικά το κορυφαίο The Chase is Better Than The Catch… Τι κομμάτια, τι groove… Και στην ουσία μιλάμε για μια μπάντα που είχε αποδομήσει την αρχετυπική έννοια του rhythm section, αλλά ποιος νοιάζεται κ στην τελική.

Με πλοκές δομημένες ώστε να εξυμνούν την αποπλάνηση και το παιχνίδι της σαγήνης ως μέρος της rock ‘n’ roll πραγματικότητας.

“This one is dedicated to little Philthy. This is called the Hammer!”

Δε μπλέκεις εδώ. Σφιχτό, νευρικό, και to the point παίξιμο. Το μινόρε lead της κιθάρας μετά το δεύτερο ρεφραίν, σαν να περνούν σφαίρες ξυστά απ’ το κεφάλι… Ο δίσκος πρέπει να κλείσει χωρίς αιχμαλώτους. Η επικράτηση θα είναι απόλυτη.

Oι Motörhead εδώ αποκτούν κ επίσημα το status των θρύλων. Διασκεδάζουν με τις γελοίες  δημοσκοπήσεις του τύπου της εποχής να τον βγάζουν το θείο «Καλύτερο Μπασίστα της Χρονιάς» –πάνω από Geddy Lee και Neil Murray και «πιο sexy ανδρα μουσικό» πάνω από τον David Coverdale, τον ίδιο τύπο που πριν λίγα χρόνια τους είχε ανακηρύξει τη «Χειρότερη Μπάντα του Κόσμου».

Ακολουθεί το “Aces Up Your Sleeve Tour” στο Ηνωμένο Βασίλειο με 50 εμφανίσεις σε 52 ημερομηνίες. Μέρη από τα live στο Newcastle και στο Leeds θα ηχογραφηθούν για να αποτυπωθούν σε μια από τις ιστορικότερες ζωντανές κυκλοφορίες του ηλεκτρικού ήχου κάτω από τον πιο εύηχο (το χώρεσα και αυτό σε κείμενο για Motörhead, τα κατάφερα) τίτλο “No Sleep ‘till Hammersmith”, τον τελευταίο σταθμό δηλαδή της περιοδείας.

Το 1980 ήταν το απόλυτο peak των κλασικών Motörhead από κάθε έννοια. Λογικό ήταν μετά απ’ αυτό το σημείο να επέλθουν κ οι πρώτες τριβές μεταξύ των μελών, που οδήγησαν τελικά στη διάσπαση της κλασικής τριάδας  με την αποχώρηση του Eddie Clarke, κάτι που όμως είναι άλλη ιστορία. To Ace of Spades ήταν ένας ανεξέλεγκτος δημιουργικός οργασμός που θα άφηνε μουσικά εξώγαμα στο San Francisco, στο Gelsenkirchen, στο Belo Horizonte και σε όλο τον κόσμο…Έδειξε κοινώς το πώς θα παιζόταν αυτή η μουσική τη δεκαετία της οποίας μόλις είχαν διαβεί το κατώφλι. Ένα αιώνιο σημείο αναφοράς του σκληρού ήχου, ένα περήφανο  μνημείο ασυμβίβαστης τέχνης.

«Μα ποιοι τέλος πάντων είναι αυτοί οι Μεξικάνοι και πώς παίζουν τόσο γρήγορα..;»