Υπάρχει ένα ποτάμι στα Άγραφα, που δεν ησυχάζει, δε στέκεται σε μια πορεία. Αλλάζει την κοίτη του, διαλέγει κάθε νύχτα κι άλλον κατήφορο για να σχηματίσει χείμαρρους και καταρράκτες. Τα νερά του ποταμιού είναι πενήντα κορίτσια, πενήντα αδερφές που τα μαλλιά τους έχουν το χρώμα της μανιασμένης θάλασσας και τα φουστάνια τους θροΐζουν σαν κουρτίνες πλεγμένες από λέπια ψαριών. Τα μανίκια τους στάζουν ολονυχτίς και τα χέρια τους πουμώνουν τα πνευμόνια. Στα ορεινά χωριά της Καρδίτσας τις λένε κόρες της Αγιαπαρασκευής και στις εκκλησίες με το όνομά της υπάρχουν κρύπτες αφιερωμένες σε αυτές, που οι τοίχοι τους όλο στάζουν και στα βαθιά χαλιά τους πνίγεται κόσμος.

Όσο βαστάει η μέρα το ποτάμι είναι νερό και κυλάει ορμητικό, ακόμη και μες στην ξεραΐλα απ’ το κατακαλόκαιρο. Το μόνο που το ξεχωρίζει από τα άλλα ποτάμια είναι τα λευκά φορέματα που διακρίνονται καμιά φορά στις όχθες ή καταμεσής στο ρου του – οι ξένοι τα περνάνε για απομεινάρια από κορίτσια που πήδηξαν μέσα και δεν ξαναβγήκαν.

Με το που πέφτει η νύχτα τα νερά μαζεύονται, ρουφιούνται μες στα μανίκια και τη λαιμόκοψη των φουστανιών, ως που στερεύει η κοίτη και μόνο μια παχιά ωχρή λάσπη μένει να θυμίζει πως από εκεί πέρασε ποτάμι ολόκληρο. Φουσκώνουν τα φουστάνια, και γεμίζουν με ένα κορίτσι το καθένα, άσπρο και με μακριά δάχτυλα με ανάποδες αρθρώσεις. Ανασκουμπώνονται τότε αυτές, κι όλο το βράδυ γυρνάνε να βρούνε την κοίτη της επόμενης ημέρας – την πορεία που ταιριάζει καλύτερα στα σώματά τους. Προχωράνε με βήματα και στάσεις παράξενες, καθώς εξασκούν μια αρχαία τέχνη μαντική που ενσωματώνει τις γωνιώδεις μορφές των αστερισμών και την πορεία των γλυκών υδάτων. Για αυτό και κάποιοι που τις βλέπουν τότε νομίζουν πως χορεύουν – και δεν έχουν άδικο.

Συνήθως δεν μπλέκονται με τους ανθρώπους, περνώντας μακριά από τους οικισμούς, προτιμώντας τις πιο απότομες χαράδρες και τα ελατόπνιχτα λαγκάδια που δε σχίζονται ούτε από ποδάρι λύκου. Με τη σειρά τους, οι ντόπιοι ξέρουν να μην ασχολούνται με τα φορέματα που βλέπουν στο ποτάμι, κι αν τύχει και κάποιο σκαλώσει στο αγκίστρι ψαρά, αυτός αμέσως το πετάει πίσω στο ποτάμι.

Αυτό συμβαίνει γιατί δεν πάνε πολλά χρόνια από το εξής περιστατικό: Τον Οκτώβρη του 1983, μεσημέρι της 31ης, ένας άντρας γύρισε στο χωριό του με ένα λευκό φόρεμα, που έλαμπε μα δε σταμάταγε να στάζει. Με το που έδυσε ο ήλιος το φουστάνι γέμισε με μια πανέμορφη χλωμή κοπέλα, η οποία παρακάλεσε τον άντρα να την αφήσει να φύγει. Αυτός όμως, καταλαβαίνοντας πως λόγω του φορέματος είχε εξουσία πάνω της, δεν την άφησε, παρά τις εκκλήσεις του υπόλοιπου χωριού. Η κοπέλα τον προειδοποίησε με παράξενες κινήσεις και υπόκωφα λόγια πως οι αδερφές της θα την έψαχναν – και το έλεός τους το είχαν θάψει πριν χρόνια αμνημόνευτα στη λάσπη του βυθού.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και άρχισε να ακούγεται τρομερός αχός να πλησιάζει το χωριό, λες κι ανέβαινε ο χείμαρρος του κάτω κόσμου. Πεισμωμένος ο άντρας, ζαλικώθηκε την κόρη και το ‘σκασε τον ανήφορο από το χωριό που είχε αρχίσει να πλημμυρίζει γοργά. Όσο ανέβαινε αυτός, το βουητό από το ποτάμι δεν έλεγε να πάψει – μονάχα ανακατευόταν με τις κραυγές των συχωριανών του που πνίγονταν. Ο άντρας βάλθηκε να φτάσει στην κορφή, εκεί που ήταν ένα εκκλησάκι. Μαζί του όμως ανέβαινε και το ποτάμι, οι σαρανταεννιά αδερφές, και η πορεία τους έκανε τα δέντρα στην πλαγιά να λυγίσουν ανάποδα. Σαν έφτασε στην εκκλησία ο άντρας κλειδώθηκε μέσα. Το ποτάμι όμως δε λόγαγε από ύψη και τοίχους. Χύθηκε πάνω στο κτίσμα σαν το αίμα του βουνού κι έπνιξε τον άντρα, ελευθερώνοντας την αδερφή του και γκρεμίζοντας τις πέτρες όπως είχε γκρεμίσει τα σπίτια και το όνομα του χωριού.

Σε ολόκληρη την περιοχή πλέον μονάχα κάτι λιθάρια γεμάτα γλίτσα βρίσκονται κάτω από τα δέντρα που ακόμη γνέφουν τον ανήφορο σαν τα νύχια της Αγιαπαρασκευής των Υδάτων.