-Νομίζω θα ήταν καλό να αρχίζεις να ετοιμάζεις δυο λόγια να πεις για την μητέρα σου στην κηδεία.

Αυτό είπε στον Τζορτζ η μικρή του κόρη που είχε το όνομα της γιαγιάς που από στιγμή σε στιγμή θα πέθαινε.

 – Το έχω, το έχω, απάντησε γεμάτος αυτοπεποίθηση και ένα χαμόγελο που δεν έπεισε κανέναν ο βυθισμένος στις σκέψεις Τζορτζ.

  Όχι πως δεν το περίμενε από καιρό και σαν λύτρωση από καιρό να συμβεί. Λύτρωση για την μητέρα του που το Αλτσχάιμερ την έκανε να μοιάζει αδύναμη αυτή η σκληρή σαν ατσάλι γριά. Αλλά δεν του ήταν τόσο εύκολο να γράψει ένα επικήδειο που να περιείχε όσο ήθελε να πει. Αν ζητήσεις από έναν άνθρωπο να σου περιγράψει ένα τοπίο, ένα αντικείμενο ή ένα συναίσθημα θα χρησιμοποιήσει κάποιες λέξεις που δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν με αυτές που πιθανόν θα επιλέξει ένα άλλο άτομο που θα του ζητηθεί να σκιαγραφήσει το ίδιο ακριβώς τοπίο, αντικείμενο ή συναίσθημα. Η απεικόνιση της πραγματικότητας μπερδεύεται με την αισθητική, την μόρφωση, την καταγωγή και την διάθεση που επηρεάζει το βλέμμα του καθενός, για το πως αντιλαμβάνεται τα πράγματα και τις καταστάσεις, αλλά και το πως θα αναπαραστήσει αυτά που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις του, ξέχωρα από την αφηγηματική δεινότητα ή την περιγραφική του ικανότητα. Ακόμα ακόμα ο ίδιος άνθρωπος αν πρέπει να περιγράψει ένα από τα τρία ή και τα τρία προαναφερθέντα και να τα κάνει εικόνα, μάλλον θα διαφέρει η περιγραφή του ανάλογα με την ηλικιακή του κατάσταση· αλλιώς θα αποδώσει ένα παιχνίδι, σαν αντικείμενο, ένα παιδί αλλιώς ένας ενήλικος, αλλιώς θα εξωτερικεύσει με λέξεις το τι εστί έρωτας ένας έφηβος, διαφορετικά ένας μεσήλικας. Ποσό μάλλον να περιγράψει τι φύλαγε η ψυχή του. Στο συνήθως  βροχερό Σηάτλ είχε έναν  εκτυφλωτικό ήλιο εκείνη την Τρίτη του Φλεβάρη, την μέρα του θανάτου της γιαγιάς Βιρτζίνια. Που δεν ήθελε να ταλαιπωρεί άλλο κανέναν και έφυγε και επιτέλους ηρέμησε, αλλά λόγια να εκφωνήσει δεν βρήκε ο Τζορτζ ακόμα. Δεν μπορούσε να βρει τα κατάλληλα γαμωτο. Είχε τόσα να πει κι όμως δεν μπορούσε τις σκέψεις του να βάλει σε σειρά, Τη σωστή σειρά που θα έβαζε σε τάξη τον πόνο που κουβαλούσε και τον θαυμασμό του για εκείνη. Αλλά και για τον πατέρα του. Που η λήθη πάλευε να τον κάνει να ξεχάσει το πρόσωπο του μάταια πάνω από μισό αιώνα. Αλήθεια πως είναι όταν ένα μικρό παιδί που έχασε τον πατέρα του στα έξι του συναντιέται με έναν πενηνταεπτάχρονο που μόλις πρέπει να θάψει την 85χρονη μητέρα του; Τι εικόνες ξυπνάνε και ποσό δυνατό αποδεικνύεται το θυμικό για αυτόν τον άνθρωπο και ποιες λέξεις να βρει να πει για να αποδώσει την θλίψη και τον πόνο του; Πως πρέπει να αποχαιρετήσει τον άνθρωπο που τον ανάθρεψε σε δύσκολα χρόνια και του στάθηκε σαν μάνα και πατέρας μαζί; Το κλάμα των υπολοίπων συγγενών έμοιαζε εντονότερο και πιο εκδηλωτικό μα και κανένα δάκρυ δεν ήταν πιο πικρό από το δικό του. Λένε πως η μόρφωση και η καταγωγή του καθενός προδίδεται στον θρήνο και την χαρά. Η εγκράτεια που δείχνεις και το πως τα βιώνεις σε χαρακτηρίζουν. Ήθελε τόσα να πει, τόσα να της πει. Λόγια γεμάτα αγάπη, όχι κάτι πομπώδεις αποχαιρετισμούς και συγκινητικούς λόγους που έβλεπε στις ταινίες, άλλωστε δεν μπορούσε να βρει ανάσα να τους εκφέρει. Το σάλιο του είχε μια απαίσια γεύση και δίπλωνε την γλώσσα του. Άλλωστε δεν ήταν και ο πιο εύγλωττος τύπος στο σόι. Οι πράξεις όμως και η σημειολογία τους είναι αρκετές φορές πιο δυνατές από τα ομορφότερα και δυνατότερα λόγια. Λίγο πριν κλείσει το φέρετρο ο μεσήλικας Τζορτζ βάζει στην τσέπη της μητέρας του ένα πακέτο Marlboro σαν αυτά που κάπνιζε ο πατέρας του, που έφυγε νωρίς.  Τόσο νωρίς που ο μικρός Τζόρτζι δεν πρόλαβε να είναι σε ηλικία ώστε να τον στέλνει στο καπνοπωλείο ο πατέρας του για να του αγοράζει τα τσιγάρα του. Το αν αντιλήφθηκε πως αυτή η αθώα πράξη του ήταν η γέφυρα μεταξύ δυο εποχών της ζωής του μέσα στη δίνη της οδύνης του έχει μικρή σημασία. Η συμβολικότητα της κίνησης του έστω για μια στιγμή νικούσε το χρόνο και το χάσμα μεταξύ των δυο θανάτων των γονιών του. Αποχαιρετούσε και τον πατέρα που ελάχιστα γνώρισε μέσω της μητέρας του που ήταν εκεί για δυο σε όλη του τη ζωή. Δεν ξέρω αλλά νομίζω όλοι ξέσπασαν σε λυγμούς εκείνη την ώρα που με το ένα χέρι την χάιδεψε στο κεφάλι και το άλλο έβαλε το κόκκινο σκληρό πακέτο στην τσέπη της και της είπε:

 -Να το δώσεις στον μπαμπά τώρα που θα τον βρεις και πες του πως κράτησα τα ρέστα…