«Θυμήσου μια μέρα στο τέλος της οποίας ήσουν πολύ ικανοποιημένος. Δεν ήταν μια μέρα που ξάπλωνες από εδώ κι από εκεί, χωρίς να κάνεις τίποτα, αλλά μια μέρα που είχες να κάνεις τα πάντα και τα έβγαλες πέρα». Η Τζένη, η διευθύντρια παραγωγής στο εργοστάσιο γάλακτος του θεσσαλικού κάμπου είχε ένα τέτοιο μοτο σε κάδρο στον τοίχο της δείχνοντας σε όλους όσους εργάζονταν εκεί αλλά και σε όσους απλά μπαίνανε στο γραφείο της πως τα κλισέ είναι αθάνατα ακόμα και μετά από τρία πτυχία και πως το χιλιοειπωμένο εμετικό κλισέ τρίπτυχο «δουλειά – δουλειά – δουλειά» μπορεί να περιγράφει με πιο πιασάρικο τρόπο και για το πόπολο και την κατά φαντασία μεσαία τάξη. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει τέτοια quotes ευαγγέλιο και όταν εκστομίζονται από τα «σοφά» χείλη της κυρίας Θάτσερ παίρνουν αμέσως μια άλλη βαρύτητα και γίνονται δόγμα. Αλήθεια αυτή η πολυάσχολη μέρα του μέσου ανθρώπου περιλάμβανε την βίαιη καταστολή ή την ψήφιση  αντιλαϊκών μέτρων, κάποιων εξυπηρετήσεων μέσω φοροελαφρύνσεων στους πλούσιους ή την διενέργεια κάποιου πολέμου στον οποίο θα έστελνε σαν κρέατα στη σφαγή γιούς εργατών; Ή μήπως η ευλογημένη αυτή μέρα της Σιδηράς Κυρίας είχε βίαιο πρωινό ξύπνημα μέσα στα άγρια χαράματα  για μια δουλειά που σιχαινόταν, ώστε να  παράγει πλούτο για κάποιον άθλιο εργοδότη-αφεντικό και θα επέστρεφε μετά κατάκοπη για να μαγειρέψει, να πλύνει, να σιδερώσει, να διαβάσει τα παιδιά της, να καθαρίσει και να φροντίσει την οικογένεια και το σπίτι της, γεμάτη άγχος για τους λογαριασμούς και τα τρέχοντα έξοδα και με τον φόβο μην τύχει μια στραβή (κάποια ασθένεια ένα μικρό ατύχημα με το αυτοκίνητο ή η αγορά κάποιας συσκευής που χάλασε) και βγάλει τον προϋπολογισμό εκτός ορίων και στραγγαλιστεί κάθε πιθανή ή μάλλον απίθανη προοπτική να ανασάνει οικονομικά; Δυσκολεύομαι να βρω μια κοινή συνισταμένη. Ούτε φυσικά θα πάσχιζε ιδιαίτερα να βρει χρόνο να ξεκουραστεί ή να χωρέσει κάποιο ενδιαφέρον της όπως διάβασμα, περίπατο ή απλά να καθίσει χωρίς να κάνει τίποτα που θα την χαλάρωνε. Δεν υπήρχε η λέξη χαλαρότητα για μια σκύλα σαν την Margie στο γλωσσικό της ρεπερτόριο. Ή πάλι και να υπήρχε, αυστηρά και μόνο όσων αφορά τους εργασιακούς ελέγχους στις επιχειρήσεις των φίλων της και την φορολογική συνέπεια των ομοϊδεατών της. Κάθε φορά που ερχόταν κάποιος νέος στην δουλειά και έβγαινε από το γραφείο της κυρίας Τζένης Σακοράφα, η ίδια συζήτηση, ή μάλλον η ίδια αφορμή για να ανάψουν τα αίματα στο κυλικείο, κάτι σαν άτυπο καλωσόρισμα στον καινούριο ή στις καινούριες (γυναίκες προσλαμβάνανε πάντα σε ζυγό αριθμό σαν ζευγάρι στην παραγωγή του εργοστασίου). Ο καινούριος που είχε έρθει στο Χημείο ξεκίνησε δυνατά με το καλημέρα:

-«Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει Λαφάργκ για να εκτιμήσεις τον προσωπικό χρόνο. Υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από το να βρίσκεις χρόνο για σένα και αυτούς που αγαπάς ; Αυτά που αγαπάς; Η ξεγνοιασιά και η ανεμελιά γίνανε συνώνυμα της ραθυμίας και της οκνηρίας. Αμαρτία να τεμπελιάζεις και να μην παράγεις ή να μην καταναλώνεις. Αμαρτία και σαν αμαρτία συνοδεύεται από ενοχές που σου επιβάλλουν να νιώθεις. Λούμπεν εξωραϊσμοί τάχα, πως η φτώχεια θέλει καλοπέραση, έχει ποτίσει με σαράκι την εργατική τάξη. Αλλά και να απελευθερώσει τα κατώτερα συναισθήματα τους. Το δικαίωμα στην τεμπελιά είναι η απόλυτη στιγμή ελευθερίας από τα δεσμά του καπιταλισμού που είναι τόσο αδηφάγος και πρόστυχος που ακόμα και η στιγμή ξεκούρασης λειτουργεί υπέρ του, αφού ξεκουράζει τον εργάτη και τον κάνει πιο πρόθυμο και δυνατό για να παράξει.»

Δεν τα λες και τα πιο ερωτικά λόγια τα παραπάνω. Αλλά όταν τον άκουσε η Αννίτα ένιωσε να κάνει μια βουτιά σαν τον κολυμβητή του εξωφύλλου του Αbandon των αγαπημένων της Deep Purple  (όλων των περιόδων και όλων των MK) από ένα ουρανοξύστη προς τον ωκεανό του, έτοιμη μετά το οικειοθελή σάλτα της στο κενό, να κάνει το παράτολμο ταξίδι χωρίς βάρκα, χωρίς πλοίο ή σχεδία και κυρίως χωρίς σχέδιο. Και εκείνος πάντως αμέσως μαζεύτηκε, δεν πλάτειασε, δεν έκανε τον αγκιτάτορα, με την ραχοκοκαλιά του να νιώθει αυτή την γλυκιά ανατριχίλα και το ρίγος, πριν αρχίσει να ιδρώνει λίγο παραπάνω από το φυσιολογικό και την ένταση που μιλούσε, όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματα τους και κατάλαβε πως η μικρή γαντζώθηκε από τα χείλη του.

Το καλώς ήρθες τελείωσε την φράση του προέδρου του Σωματείου με ένα κοφτό «η Τζενούλα εκεί που σπούδασε της κόλλησε η ψείρα της μαντάμ Σουσού, Ευγενία από την Λάρσα πήγε στο Λούτον, τα χαϊλίκια ήρθαν μετά την ορκωμοσία και τις υπογραφές που έβαλε ο μπαμπάς μεγαλοκτηνοτρόφος τσέλιγκας με το αφεντικό.» Θα έλεγε και αλλά πιο χοντροκομμένα, που η αλήθεια είναι πως οι συνάδελφοι του που λειτουργούσαν σαν όχλος την δεδομένη στιγμή, διψούσαν να ακούσουν, αλλά κάπου ένιωσε να τα έχει πει αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια, ίσα με 80 φορές όσες και οι αντίστοιχες προσλήψεις και κάπου και ο ίδιος βαρέθηκε να το συνεχίσει. Αν και οι συγκεντρωμένοι στο κυλικείο απογοητεύτηκαν λίγο αφού ήταν Παρασκευή απόγευμα και το Σαββατοκύριακο δεν είχε ξεκούραση, αλλά τριπλή βάρδια το Σάββατο και διπλή την επομένη και το εργατικό δυναμικό γούσταρε μπινελίκια και λίγο shaming στο εξιλαστήριο θύμα την διευθύντρια, και φυσικά όχι την ίδια την εργοδοσία, για να ξεδώσει.

Η Αννίτα δεν φοβόταν τη δουλειά, δεν ήθελε με τίποτα να κάτσει σπίτι και πιότερο ήξερε πως έτσι της δινόταν η ευκαιρία να ξαναδεί τον νέο της έρωτα. Που ήρθε λίγο αργά μιας και πριν ένα χρόνο μόλις είχε παντρευτεί, μάλλον από καπρίτσιο, και ήδη το είχε μετανιώσει. Ο έρωτας πάντως στην έκδοση νούμερο τέσσερα, ήρθε εκτός από απρόσμενα και λίγο σιτεμένος μιας και η εισοπεντάχρονη Αννίτα είχε δεκαπέντε χρόνια διαφορά από τον Μίλτο με το περίεργο μουστάκι και την μεγάλη φράντζα προς τα αριστερά.

-«Μοιάζει ώριμος» είπε στις φίλες της πάντως μέσω facebook, όταν τις το ανακοίνωσε. Οι μέρες περνούσαν και ο μυστήριος Μίλτος, σπάνια πετύχαινε κάποιον από την παραγωγή αφού ήταν κλεισμένος στο αχανές Χημείο του και αυτές τις σπάνιες φορές που πήγαινε στο κυλικείο φρόντιζε να τραντάζει με τις φωνές του τον χώρο μιλώντας για ελευθερία, την εργατιά και αλλά «κομμουνιστικά και κουλτουριάρικα» που λέγανε και οι μεγάλες από τα κασέρια. Είχαν ειδωθεί τρεις – τέσσερις φορές πριν την Παρασκευή αλλά δεν έσωσαν σημασία ο ένας στον άλλον, ίσως και ενδόμυχα να προστάτευαν τις καρδιές του από μελλοντικές αναταραχές και δάκρυα. Το Σαββατοκύριακο πέρασε όπως και η επόμενη εβδομάδα με εξαντλητικά ωράρια πέρα του οκταώρου 11 και δώδεκα ώρες σερί με τον κλιματισμό να δουλεύει ποτέ στο φουλ ποτέ καθόλου και να κάνει την βάρδια όλο και δυσκολότερη. Στα διαλείμματα που πλέον ο Μιλτιάδης τιμούσε, (της) μίλαγε χαμηλόφωνα στο τραπέζι, για ποιήματα του Μπουκόβσκι και σκηνές από ταινίες που λάτρευε. Το τραπέζι του αποτελούσαν ο κοντός από το Χημείο, ένας πρώην φαρμακουπάλληλος με κομμένο το δεξί του χέρι, αλλά ακατάπαυστη ενέργεια για σεξ και παράνομους δεσμούς και τρεις κοπέλες από την συσκευασία γάλακτος μια αθλήτρια στίβου που ο κοντός κοιτούσε συνέχεια, μια με μια κρεατοελιά στο μάγουλο και η Αννίτα. Κανείς δεν άκουγε ή έστω δεν έδινε σημασία στα λόγια του Μίλτου, πλην της Αννίτας, οι υπόλοιποι  είχαν επιδοθεί σε ένα γαϊτανάκι αναπάντητου φλερτ προς μια κατεύθυνση η Στέλλα προς τον κοντό και αυτός προς την Αθηνά. Το μισάωρο πέρασε όπως περνάει το έξτρα πεντάλεπτο που χαρίζεις στο κορμάκι σου όταν ξυπνάς στο πρώτο χτύπημα του ξυπνητηριού και λες στον εαυτό μωρέ αλλά πέντε μόνο και σηκώνομαι και καταλήγεις να πετάγεσαι λες και έχεις βραστά αυγά στις μασχάλες  μετά από μια ώρα και να τρέχεις και να μην φτάνεις να ετοιμαστείς στην ώρα σου. Κάθε διάλειμμα για ολόκληρη την εβδομάδα. Στο σπίτι η Αννίτα περνούσε την φάση της αφασίας. Είχε ήδη δει το τέλος τη σχέσης της με το Ανέστη που δεν έδινε σημασία στα σημάδια του χωρισμού εδώ και καιρό αφοσιωμένος στην δουλειά του και το κόμμα. Η λεκτική βία που της ασκούσε ερχόταν σε πλήρη διαστολή με το γλυκό λόγο του ανθρώπου που θα της άλλαζε τη ζωή που της μιλούσε για πράγματα τόσο ενδιαφέροντα που ο Ανέστης την θεωρούσε πολύ χαζή και ρηχή για να ασχοληθεί. Την Τρίτη της είχε διαβάσει από το τηλέφωνο τους στίχους του “Άντρας & Γυναίκα Στο Κρεβάτι Στις 10 μ.μ.”. Το λάτρεψε. Τον λάτρεψε. Ανέβηκε σπίτι το έψαξε στο ίντερνετ και το έστειλε σε μήνυμα στο messenger της για να το διαβάζει όποτε ήθελε να τον αισθανθεί δίπλα της να τον νιώσει μέσα της. Το διάβασε, το ονειρεύτηκε πως το ζει, το φαντασιώθηκε σαν παρελθόν και το σχεδίασε σαν σκηνή από το μέλλον. Κάθε μάλωμα, κάθε βρισίδι σπίτι ήταν ένα ακόμα βήμα προς την έξοδο, κάθε φασαρία με τον Ανέστη την έφερνε πιο κοντά στο όνειρο. Δεν ήξερε βέβαια τις τις προθέσεις του δεν ήθελε να κάνει εικασίες που μπορεί να την προσγείωναν. Ο Μίλτος περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να της προτείνει να βρεθούν οι δυο τους. Κανένας άλλος περιττός δίπλα τους. Την Κυριακή δεν δούλευε ήταν πάλι βραδινή βάρδια και σκεφτόταν μα πάει μια βόλτα στην θάλασσα. Εκείνη θα έλεγε πως δούλευε εκτάκτως Κυριακή πρωί . Το ψέμα της θα τους έδινε οκτώ τουλάχιστον ώρες ανεμελιάς και ξεγνοιασιάς, το πράσινο Λάντσια ήταν πάντα καθαρό και το κασετόφωνο είχε μια χιλιοπαιγμένη κασέτα με επιλογές από Riot που έφερε η Αννίτα. Η ταινία γραμμένη με μαρκαδόρο έγραφε τον τίτλο από ένα τραγούδι των Νεοϋορκέζων, το αγαπημένο της όμορφης κοπέλας. Η παραλία ήταν λίγο παραπάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο. Φτάσανε στο μέρος. Η Αννίτα είχε ξαναπάει. Ο Αθηναίος όχι.

-«Το είδα στο insta και μου άρεσε σαν μέρος και σκέφτηκα πως θα σου αρέσει . Έχεις ξανάρθει;»

-«Μπα όχι, σαν μέρος το ξέρω, αλλά πάμε από την άλλη μεριά του κόλπου», απάντησε με μια μικρή δόση τύψεων που είπε ψέματα.

 Πόση φασαρία μας γλιτώνουν αυτές οι ανόητες μισές αλήθειες…

-«Μαζί σου πρώτη φορά” ήθελε να πει αλλά τι σημασία είχε που ξανά κολύμπησε εδώ ή που ξάπλωσε στην σκιά των αφού δεν ήταν μαζί του. Άλλωστε ο χρόνος για τους ερωτευμένους έχει άλλη αίσθηση και μετράει αλλιώς. πΕ και μΕ στο πνεύμα του πΧ και μΧ οι εραστές έχουν μέτρο της πραγματικότητας και των αναμνήσεων το γεγονός της γνωριμίας του πρώτου φιλιού ή της πρώτης φοράς που κάνανε έρωτα ή επισημοποίησαν τη σχέση τους. Η παραλία ήταν ουσιαστικά ιδιωτική αυτό που λένε οι αστοί οργανωμένη. Η ώρα ήταν σκάρτα έξι το πρωί και φυσικά το μαγαζί κλειστό. Πήδηξαν την ξύλινη μάντρα και βρέθηκαν στο εσωτερικό του. Ένας  μεγάλος χώρος που κυριαρχούσαν η πέτρα και το ξύλο σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Όλα καμωμένα πάνω σε μια βραχώδη γλώσσα που ίσα που έμπαινε στη θάλασσα στολισμένη με τις ψηλές φιλύρες και το φρεσκοκουρεμένο γρασίδι. Χτισμένο σε δυο επίπεδα αμφιθεατρικά. Με μεγάλο μπαρ στο κέντρο και σε απόσταση από τον κόσμο δίνοντας τους τον απαραίτητο χώρο να ανασάνει.. Με τις ξαπλώστρες αραιά τοποθετημένες ανάμεσα στα δέντρα για τον ίδιο λόγο. Βόλεψαν τα πράγματα τους κάτω από ένα τραπεζάκι και μπήκαν ολόγυμνοι στην θάλασσα. Είχαν τόση φλόγα μέσα τους που ούτε το παγωμένο νερό δεν τους σταμάτησε από το να γελάνε και να φιλιούνται συνέχειας με πάθος. Δεν θα μπορούσαν κάτι περισσότερο λόγω του παγωμένου νερού με τις παρενέργειες στο σώμα του Μίλτου, αλλά τα γέλια ήταν σχεδόν ηδονικά από μόνα τους. Αλλά το φιλί  δεν είναι η ειδοποιός διαφορά από τα αλλά ζώα του πλανήτη; Έτσι δεν έγραφε ο Ρόμπινς στις Αγριόπαπιες του; Υπάρχει κάτι πιο δυνατό από το φιλί που να ενώνει δυο σώματα; Ρομαντικά όλα αυτά αλλά η καύλα και των δυο χτυπούσε κόκκινο και η επιθυμία τους για την σάρκα του άλλου θύμιζε ισοβίτη που τον επισκεπτόταν η γυναίκα του μετά από πέντε χρόνια στο κελί του, όποτε δεν άργησαν  να ανέβουν ξανά από τα πλατιά σκαλοπατάκια αφήνοντας πίσω τη θάλασσα στις ξαπλώστρες τους. Είχαν δυο γεμάτες ώρες να απολαύσουν ο ένας τον άλλον σαν να μην υπάρχει αύριο γιατί μπορεί και να μην υπήρχε. Τι μας κάνει να ενεργούμε σαν να είμαστε αιωνόβιοι και πως οκά είναι σταθερά και στάσιμα; Τι μας κάνει να ζούμε με βασανιστικούς ρυθμούς και να αποφεύγουμε τα σπουδαία και να αναβάλουμε τα σημαντικά; Γιατί δεν ζούμε κάθε μέρα σαν να ξέραμε ότι αυτή είναι η τελευταία μας και δεν βάζουνε στην σωστή σειρά τα θέλω και τα πρέπει; Ανόητοι άνθρωποι δεν καταλάβαμε ποτέ πως η στιγμή αξίζει όσο δέκα ζωές χωρίς ουσία και κυνηγάμε το άφταστο όταν έχουμε δίπλα μας τα πάντα.  Ευτυχώς η φασαρία των υπαλλήλων του μαγαζιού τους επανέφερε στην πραγματικότητα και γρήγορα κρύφτηκαν στα αποδυτήρια. Όταν μπήκαν οι πρώτοι πελάτες ανακατεύτηκαν με τους πρωινούς λουόμενους και παρήγγειλαν από έναν σκέτο παγωμένο καφέ και ένα μπουκάλι τεκίλα με δυο σφηνοπότηρα. Ξαφνιασμένη και ενθουσιασμένη τον ρώτησε

-«Σκοπεύεις να με μεθύσεις;» ρώτησε όλο νάζι .

-“Σκοπεύω να σου διαβάσω κάποια ποιήματα μου όποτε θεώρησα καλό να ενώσω την πένα μου με το ποτό σου ένα ιδιότυπο my sword and your tequila…”

Αυτός ο καριόλης ήξερε να πατάει τα κουμπιά της, όπως τα πλήκτρα ένας θεότρελος πιανίστας σε κοντσέρτο για πλούσιους γέρους και κακομούτσουνες κόρες εφοπλιστών. Αλλά έλιωνα σε κάθε του λέξη και κάθε του χάδι. Όπως και αυτός είχε χάσει τον νου του μαζί της.

Δεν ήπιαν πολύ ξανά βούτηξαν λίγο ακόμα και φύγανε πριν ο ήλιος να φτάσει ήδη ψηλά και δείξει μεσημέρι. Σε λίγη ώρα θα γύριζαν όποτε μέσα σε ένα περιβόλι με ελιές σταμάτησαν το αυτοκίνητο έβαλε μια βρεγμένη πετσέτα πάνω στο καπό του και έκατσε οκλαδόν και άρχισε να της διαβάζει τους στίχους που τον ενέπνευσε η ομορφιά της…συγκινήθηκε η χαζούλα ένιωσε σημαντική, ήταν πάντα σημαντική όπως όλοι μας αρκεί να βρούμε τον έναν ή τη μια να μας νιώσει. Λίγο πριν φύγουν τις απήγγειλε το ποίημα του Μπουκόβσκι που τόσο αγάπησε.

-«Μη! σταμάτα» τον πρόλαβε. Θέλω να μου το πεις όταν είμαστε αγκαλιά ένα βράδυ ακριβώς στις δέκα πριν κάνουνε έρωτα όταν είμαστε αγκαλιά, του είπε.

Χαμογέλασε και της το υποσχέθηκε. Μα τα χαμόγελα πάγωσαν στην όψη ενός ψηλού ευτραφή στα μαύρα ντυμένος σαν Κρητικός με μια κοντόκανη καραμπίνα στα χέρια. Δεν είπε τίποτα κανείς δεν πρόλαβε να πει ή να αντιδράσει. Τρεις τέσσερις πυροβολισμοί ήταν αρκετοί να σιωπήσουν όλα. Το λευκό του πουκάμισο που της έδωσε για να μην της κάψει ο ήλιος το κάτασπρο δέρμα της είχε γίνει καφέ κόκκινο από το αίμα. Τα σκάγια τον είχαν βρει στο κεφάλι και τις δυο φορές που το έστριψε εναντίον του. Όχι η εικόνα δεν έγινε γκρι ή ασπρόμαυρη, ο ουρανός δεν σκοτείνιασε. Όλοι συνέχισαν κανονικά τις ζωές τους μετά. Ο φονιάς που πήγε κατευθείαν στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής να παραδοθεί, βαπτίστηκε θύμα από τις εφημερίδες αφού στα πρωτοσέλιδα τόνιζαν πως θόλωσε από την υπερβολική αγάπη και οι μεσημεριανές εκπομπές ήθους και αποβλάκωσης επέμεναν πως στην γειτονιά δεν είχε δώσει δικαιώματα μια γειτονιά που έπεσε από τα σύννεφα. 

Νιώθω σαν να πρέπει να βρούμε καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να μη θέλω να δουλέψω, είπα.
Νιώθω σαν να μη νοιάζεσαι για μένα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να παρακάνουμε έρωτα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε περισσότερο έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να θέλω ένα ποτό, είπε.
Νιώθω σαν να θέλω λίγο ουίσκι, είπα.
Νιώθω σαν να καταλήγουμε σε κρασί, είπε.
Νιώθω σαν να’χεις δίκιο, είπα.
Νιώθω σαν να παραδίνομαι, είπε.
Νιώθω σαν να χρειάζομαι ένα μπάνιο, είπα.
Νιώθω σαν να χρειάζεσαι ένα μπάνιο, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να σαπουνίσεις την πλάτη μου, είπα.
Νιώθω σαν να μην μ’αγαπάς, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ, είπα.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα μου τώρα, είπε.
Νιώθω αυτό το πράγμα μέσα σου κι εγώ, είπα.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ τώρα, είπε.
Νιώθω σαν να σ’αγαπώ εγώ πιο πολύ απ’ό,τι εσύ εμένα, είπα.
Νιώθω υπέροχα, είπε. Νιώθω σαν να θέλω να ουρλιάξω.
Νιώθω σαν να θέλω να συνεχίσω για πάντα, είπα.
Νιώθω σαν να μπορείς, είπε.
Νιώθω, είπα.
Νιώθω, είπε.

Θυμήσου μια μέρα στο τέλος της οποίας ήσουν πολύ ικανοποιημένος. Μπορεί να ήταν μια μέρα που είχες να κάνεις τα πάντα και τα έβγαλες πέρα, μπορεί όμως και να ήταν μια μέρα που απλά να ξάπλωνες από εδώ κι από εκεί, χωρίς να κάνεις τίποτα, πάντως ήταν σίγουρα μια μέρα με αυτόν που αγαπάς…Θυμήσου ήταν μια μέρα που ένιωθες, μια μέρα που ήσουν ευτυχισμένος.