Σήμερα θα συναντηθώ με τον κατά τέσσερα  χρόνια μεγαλύτερο και τα κατά τέσσερα τελευταία χρόνια αγνώστου διαμονής αδερφό μου. Δεν ξέρω για ποιον λόγο διάλεξε να παρατήσει την Nομική και να ασχοληθεί με το θέατρο. Αν αυτό λέγεται Θέατρο. Το να ανέβεις σε μια σκηνή και να λες με μια ανάσα  ότι σου κατέβει, ποιος το ονομάτισε  Τέχνη και ποιος Θέατρο; Μάλλον ο ίδιος  βλάκας Θα ήταν ο νονός. Θέατρο είναι ο Μπέκετ, είναι ο Σαίξπηρ, είναι το Αρχαίο κλασσικό, είναι ο Μπρέχτ. Ναι αλλά έχω χαρτί, μου απάντησε γελώντας και χαρτί από καλή σχολή. Φοίτησε δυο χρόνια στο Εθνικό και έπαιξε Μολιέρο, Πιραντέλο και Φεντώ. Πρόζα λέει. Πρόζα και χώρο να αφήσω για καμιά πόζα, αλλά δεν ήξερες το στειτζφράϊτ. Που να το ξέρεις, δεν είχε ακούσει το ομώνυμο άλμπουμ των Witchfynde, αυτά τα θεωρούσε χαζομάρες. Πάρε τις χαζομάρες τώρα που τρέμουν τα πόδια σου και ιδρώνεις λες και είσαι κάτω από το ντουζ. Έτσι μου είπες, δεν σε έχω δει να παίζεις στην σκηνή. Δεν σε είχα δει γενικά από την μέρα που τα βρόντηξες όλα για να κυνηγήσεις το όνειρο σου.  Κάτσε να σου δώσω ένα χαρτί να σκουπίσεις τον ιδρώτα από το πρόσωπο σου. Ένα χαρτί θα σε σώσει, έστω προσωρινά. Πάντα ένα χαρτί θα ζητάς, πάντα ένα  γαμημένο χαρτί. Όσοι μεγάλωσαν σε κάποιο σπίτι μικροαστικής -και κάτω- οικογένειας όπως εμείς, το έχουν ζήσει στο πετσί τους. Ένα χαρτί. Αυτό ζητάγανε οι γονείς τους , αυτό ζήτησαν από τα παιδιά τους, όταν γίνανε και αυτοί γονείς. Ένα χαρτί. Πάρε το χαρτί και μετά κάνε ότι θες μας λέγανε. Όπου χαρτί πτυχίο. Όπου πτυχίο, εισιτήριο μιας καλής ζωής. Βασικά μιας άλλης ζωής. Εισιτήριο αλλαγής τάξης παύλα οικονομικής ανύψωσης και κοινωνικής καταξίωσης. Βλέπεις από τα χωράφια και τα ζώα στο ξερονήσι και την φυλακή είναι μια αλλαγή. Ή από την πόλη που είσαι ράφτης, μπακάλης, ταχυδρόμος, εργάτης να βρεθείς στην εξορία ή το μπουντρούμι πάλι αλλαγή είναι. Γιατί δεν είναι αλλαγή να πας Αμέρικα, Γερμανία ή Αυστραλία να πλένεις πιάτα ή να δουλεύεις σε ορυχεία; Άλλο χαρτί αυτό βέβαια πασαπόρτι και χαρτιά παραμονής και άδεια εργασίας, όπως άλλο χαρτί αυτό που υπέγραφες την μετάνοια σου. Μετάνοια που ήθελες καλύτερη ζωή και πάλευες για αυτή. Αλλά πάλι χαρτί ήθελες. Αυτό ζητάνε οι αστοί για να σε δεχτούν, όχι ισότιμο, απλά για να μπορείς να υπάρχεις. Χαρτί λέμε και το χρήμα, τα φράγκα που άλλωστε όλα για αυτό γίνονται και οι πόλεμοι και ο καθημερινός αγώνας, για βγάζουν χαρτιά οι λίγοι πάνω στο αίμα και την ιδρώτα των πολλών. Ένα χαρτί να σκουπίσω το στόμα μου από τον εμετό που μου ήρθε όταν σκέφτηκα τον μέσο Έλληνα που αυτοαποκαλείται, αυτοπροσδιορίζεται, βαπτίζεται ο δούλος του χαζού και εν τέλει αυτοϊκανοποιείται, σαν μεσαία τάξη. Ευχαριστώ για το χαρτί θα το κρατήσω σαν ενθύμιο. Ένα ακόμα στη συλλογή που έχω από πτυχία και χαρτιά, μάλιστα αυτό δεν χρειάστηκε να το χρυσοπληρώσω, ούτε καν να χαλάσω ένα εικοσάευρω για το κορνιζάρω. Μεσαία τάξη λέει ο μπίζνεσμαν από τα Διολιανά με τα δανεικά και αγύριστα. Που είχε πάρει τρία δάνεια πριν δουλέψει τρία μεροκάματα. Αλλά αν ήταν η πλάτη του ήταν για μεροκάματο, δεν θα ήταν ο κώλος του για δερμάτινα θερμαινόμενα καθίσματα στο Καγιέν. Έτσι πάνε αυτά κώλος-πλάτη-κεφάλι ένα. Ή για χαμαλίκια ή για χαϊλίκια. Αλλά χαρτί από την τράπεζα αυτός ο ρεμπεσκές πήρε. Και συ δεν έχεις να πληρώσεις το νοίκι και την αίτηση για να βάλεις φυσικό αέριο δεν μπόρεσες να την κάνεις αποδεκτή, γιατί δεν είχες τα απαραίτητα χαρτιά. Πάλι χαρτιά και πως στο διάολο όλοι μιλάνε για την μεγάλη τεχνολογική επανάσταση και την ψηφιακή εποχή, αφού παντού χαρτί θες. Άλλαξε ο παράς και μεταμορφώθηκε και το χρήμα είναι τάχα πλαστικό, αλλά εγώ το βλέπω πιο πολύ σαν αέρα κοπανιστό, αλλά το χαρτί, χαρτί. Και πέθανε και το βιβλίο -και οι εφημερίδες- και ‘γω διάλεξα να γίνω συγγραφέας και το χαρτί από το μεταπτυχιακό δεν θα έρθει, γιατί τα παράτησα στο πρώτο έτος, γιατί κάποια πράγματα καλά είναι να τα κάνεις λέει μικρός. Σπουδές, όνειρα, έρωτας και λάθη, λες και είναι σαν την ακμή μας πείσανε, πως πρέπει να τα κάνεις μικρός. Άντε όχι ακμή, γιατί το καυλόσπυρο είναι αντιαισθητικό, ας πούμε σαν το σκουλαρίκι στην μύτη ή στο αυτί καν’ το νέος, όχι στα γεράματα γιατί γελάει ο κόσμος. Ποιος κόσμος δηλαδή, εσύ ο ίδιος με τα καμώματα σου. Κουλτούρα για να φύγουμε γιατί το αν πουλάς τέχνη στο θέατρο θα κάνεις από τα χρέη φυλακή, αλλά αυτός που πουλάει πρέζα γίνεται σκιώδης πρωθυπουργός, και αν είσαι ο ίδιος ένα θέατρο σκιών που ζεις σαν το πρεζόνι για να καταναλώνεις και για να αυτοορίζεσαι σαν καραγκιόζης ο «ανήκω στην μεσαία τάξη» θα ψηφίζεις τον υποτακτικό του πρεζέμπορα. Δεν ξέρω αν όλο αυτό είναι μονόλογος ή διάλογος με τον αδερφό μου. Δεν θυμάμαι καν αν έχω αδερφό. Πάντως κανείς δεν μου απαντά έτσι, τόσο πετυχημένα και εύστοχα όσο σήμερα ο αδερφός μου όποτε πιθανολογώ πως ίσως και να μιλάω στον καθρέπτη μου τόση ώρα, το λέω γιατί ακούω ταυτόχρονα την βρύση που τρέχει και το ξυπνητήρι που βάζω στις πέντε κάθε πρωί και το κλείνω πάντα όταν ξυρίζομαι πριν πάω στην δουλειά.  Γιατί καλό το συγγραφέας αλλά και η δουλειά στη φάμπρικα δουλειά. Αυτή πληρώνει το νοίκι στο δώμα που κατάντησα να μένω και την διατροφή στην πρώτη μου γυναίκα και τα φτηνά ποτά που πνίγω τις ανασφάλειες μου. Λοιπόν αδερφέ μου αποφάσισα να σε βοηθήσω και να γράψω αυτό το έργο που μου ζητάς. Έκανα αίτηση σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής και με δέχτηκαν. Ήθελα ένα χαρτί για να σου αποδείξω πως είμαι επίσημα γραφιάς. Πήγα κιόλας έκανα κάποια μαθήματα όποτε με κάθε μεγαλοπρέπεια σου ανακοινώνω πως χαρτί δεν πήρα από εκεί. Ένιωσα ανόητος όταν οι λέξεις δεν βγαίνανε από μέσα μου σαν χείμαρρος για να λερώσουν το χαρτί. Ναι, ακόμα και τώρα γράφω με στύλο ενίοτε και σε γραφομηχανή, όποτε θα στο ταχυδρομήσω όταν το ολοκληρώσω. Βασικά όχι θα έρθεις να το πάρεις από δω να τα πούμε και λίγο. Όπως ήρθες σήμερα χωρίς να χτυπήσεις καν το κουδούνι μέσα στα χαράματα. Μα να στο στείλω ηλεκτρονικά; Έχεις τρελαθεί; Που θα την δεις ανάμεσα σε άσσους και μηδενικά τη μαγεία; Άλλο να το πιάσεις στα χέρια σου το έργο να το ξεφυλλίζεις, να πάρεις μολύβι να σβήσεις, να προσθέσεις, να τραβήξεις αγκύλες και βελάκια και να με σκυλοβρίζεις πως δεν βγάζει νόημα το κείμενο. Ή μήπως θα έχετε τα τάμπλετ ανα χείρας πάνω στην σκηνή και θα διαβάζετε τα λόγια; Έλα που σου λέω από δω να τα πούμε να κάνουμε ένα τσιγάρο -ναι θα στρίψουμε σε χαρτί μαλάκα- όχι ηλεκτρονικό και να σου πω  πως το έργο είναι αηδία και καλύτερα να κάνεις ντεμπούτο με κάποιο κλασικό. Να του κάνεις μια άλλη ανάγνωση, να το δεις αντίστροφα, μέσω άλλου πρίσματος και του δικού σου πείσματος, κάνε το με διαφορετικό τέλος, ίσως να το διακωμωδήσεις αλλά μην κάψεις το θεατράκι σου με την αηδία μου. Σου λέω ξεκίνα με κάποιο κλασικό να το αποδομήσεις, να αποστασιοποιηθείς από αυτό, να πεις την μαλακία σου με το συμπάθιο, γιατί μεταξύ μας θα είναι άλλη μια από τα ίδια ή μια αποκαθήλωση ονείρων-δημιουργία εφιαλτικών συνδρόμων. Καλύτερα λοιπόν σκάρωσε μια φάρσα.  Έχω κάποιες καλές ιδέες να προτείνω. Φτιάξε μια κωμωδία που να αγγίζει το παράλογο, να αδιαφορεί για  κώδικες, αλλά με χιούμορ  αιχμηρό, ταξικό, βιτριολικό, μακριά από φτηνή βωμολοχία, βαθιά κυνικό. Κράτα απόσταση από τις ίσες αποστάσεις και διάλεξε στρατόπεδο, γιατί το οικόπεδο μας το έφαγαν οι τράπεζες, μείνε μόνος χωρίς να φοβάσαι να σου μιλήσει η συνείδηση σου. Γράψε για την μεσαία τάξη μια κωμωδία, αυτή που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, μπας και την δει και κανένας κρατικοδίαιτος που τον έβαλε η μάνα του στο ΙΚΑ να υπερασπιστεί την ιδιωτική πρωτοβουλία και σε αφορίσει μέσω φέισμπουκ, -πάντα μέσα από την υπηρεσία γιατί σπίτι η μάνα ΑΣΕΠ τον μαλώνει όταν στο φέισμπουκ διαπληκτίζεται με αγνώστους και χτυπά τον πληκτρολόγιο με δύναμη όλη την νύχτα-. Αμφισβήτησε την κανονικότητα, πωωω τι το είπα αυτό τώρα μου ήρθε πάλι το ξερατό στην γλώσσα, στην αφήγηση και την αληθοφάνεια, που έχουν καταντήσει οπισθοδρομική την τέχνη και σαν τροχοπέδη κρατούν την έκφραση δέσμια του κέρδους. Βάλε μπούσουλα τον Μπουνιουέλ και ξέσκισε τους. Βάλε μέσα και το κόλλημα με το χαρτί και την ηλεκτρονική κατάντια μας και παιξ’το analog man in a digital world, να τσιμπήσει και κανένας μουσικόφιλους και οι χιπστεράδες. Θα βάλουμε ένα καθρέπτη μεγάλο που θα χωρίζει την σκηνή στα δυο. Στην μια θα κινείσαι εσύ, με καθώς πρέπει μαλλί, ανθρωπάκι με χωρίστρα στα πλαγιά, πλυμένος, καθαρός και με μουστάκι, φορώντας  ένα φανελάκι άσπρο και ένα καφέ παντελόνι με τιράντες και θα ξυρίζεσαι πριν πας στην τράπεζα που είσαι υπάλληλος, αλλά στο νοητό είδωλο, ουσιαστικά στο άλλο μισό της σκηνής, ο αντικατοπτρισμός που θα βλέπουν  μέσα οι θεατές, ποιοι θεατές δηλαδή αυτοί οι πέντε-έξι που θα έρθουν, έναν καλοντυμένο αστό από αυτούς που φοράνε ακριβές γραβάτες, ακριβά ρούχα και αρώματα, έτσι πως φαντάζονται οι νοικοκυραίοι την αφεντομουτσουνάρα τους, βασικά αυτό το πρότυπο που τους ταΐζουν σαν εικόνα τα περιοδικά και οι εκπομπές λάιφσταϊλ.  Να γελάσει λίγο ο κόσμος, αλλά να το κάνεις με τρόπο γιατί κανένας δεν (θέλει να) γελάει με τα χάλια του, με τον άλλον γελάει. Για να νιώσει καλύτερος. Έπαψαν πια οι άνθρωποι να γελάνε για να λυτρωθούνε, τώρα γελάνε για να επιβληθούν στον άλλον. Μένουν στην φάρσα απαξιωτικά, χωρίς να ξύσουν την επιφάνεια, να δουν τι κρύβει από κάτω. Δεν το κάνουν το χιούμορ εργαλείο, δεν τις αφήνουν φάρσα και σάτιρα να φλερτάρουν και να ερωτευθούν πριν ενωθούν σαν δυο κορμιά γεμάτα πάθος. Θέλει δουλειά η ιδέα το ξέρω, αλλά έχει μια βάση. Βασικά ας βρούμε το τάργκετ γκρουπ. Σε ποιους απευθύνεσαι, ποιους θες στο θέατρο σου; Τον φτωχό, τον καλλιτέχνη, τον μορφωμένο, το σελέμπριτι, τον ινφλουένσερ, τον άνεργο ή τον πετυχημένο στην πλάτη του άλλου; Γιατί εισιτήριο όλοι θα πληρώσουν, αλλά τέχνη θα κάνεις για συγκεκριμένους. Κάνε πρώτα όμως για σένα. Το σκηνικό σου είναι μια πυριτιδαποθήκη, ο πρωταγωνιστής σου ένας τρελός και η πρόζα σου ένας καλό λαδωμένος Ζίππο. Ένας είναι ο εχθρός είναι ο σουρεαλισμός. Γιατί από σουρεαλισμό πάμε καλά σε σημείο να παράγουμε περισσότερο από όσο μπορούμε να καταναλώσουμε σαν χώρα. μεσαία τάξη λέει ο άλλος που έβγαζε σκάρτα δώδεκα χιλιάρικα τον χρόνο προ  κρίσης. Θες εικοσιτέσσερα; Πάμε στα δυο το μήνα αλλά και πάλι μεσαία τάξη δεν ήσουνα ποτέ.  Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε στην Ελλάδα για λίγο και η μεσαία τάξη…αλλά η κανονικότητα επέστρεψε εμφατικά και μας έβαλε στο μανιχαϊστικό δίπολο: τους πλούσιους και τους φτωχούς, όπως ήμασταν πάντα δηλαδή. Γιατί απλά η μεσαία τάξη –αυτή η «πολυτέλεια» που ο καπιταλισμός  δεν είναι πια διατεθειμένος να πληρώνει– είναι ανύπαρκτη ή στην καλύτερη αμελητέα. Αχ μπουρζουαζία ήρθες με τόλμη και γοητεία για τρεις μονάχα δεκαετίες, μας έκανες κλικ και με μεγκάλη ανεμελιά πήρε το γιό του Μήτσου από το γιαπί και τον έκανε γιάπη και με ευρώ δανεικά μας εκδημοκράτισες και μας ξεβλάχεψες, βγάλαμε και καρνέ επιταγών και σπουδάσαμε τα κωλόπαιδα μας σε Ελλάδα και εξωτερικό για να μείνουν έξω μπας και δουν άσπρη μέρα, γιατί όταν τα στέλναμε στα ορυχεία νιώθαμε Αλβανοί τώρα που έχουν χαρτί είμαστε Ολλανδοί. Πάλι δεν τα βλέπουμε, πάλι στην ξενιτιά είναι αλλά…πάλι χαρτί σου λέω, πάλι αυτό μας κάνει αστούς και ευρωπαίους. Με μισθούς Σόφιας, κόστος ζωής Κοπεγχάγης, Καλιφορνέζικα όνειρα και φόρους Βρυξελλών, γίναμε πειραματόζωα στα χέρια ανήθικων επιστημόνων. Και να πεις πως δεν ήμασταν ανήθικοι. Ιερό και όσιο δεν είχαμε. Διαπλοκή, μίζα, λαμόγια και τόσες άλλες λέξεις βάλαμε στο λεξιλόγιο μας για να τινάξουμε σαν πιτυρίδα από το ώμο το αριστερό παρελθόν των παππούδων και πατεράδων μας και ομόλογα βγάλαμε και Ολυμπιάδες διοργανώσαμε και κλάψαμε για την Γιουροβίζιον όλοι σαν ένα, με μπλούζες αμάνικες και την σημαία με στρασάκια στο στήθος, αλλά η μεσαία τάξη ήθελε για σάουντρακ εσαεί το Final Countdown, αλλά οι αστοί Έλληνες και ξένοι, μας ‘φέραν συμπιεσμένο σaν τους μισθούς μας σε mp3 το Countdown to Extinction με τον Γιώργο σε ρόλο DJ από το Καστελόριζο. Κάπου εδώ χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο, (όχι δεν ήταν για το δάνειο, αυτοί καλούν πάντα μεσημέρι, πάντα εν ώρα κοινής ησυχίας, πρωί σε παίρνουν από τη δουλειά να βεβαιωθούν πως δεν πέθανες για να δουν αν θα χώσουν άλλον στη θέση σου), οπότε επανέρχομαι στη βίαιη πραγματικότητα, που μας την βάπτισαν και αυτή κανονικότητα, άρα μάλλον δεν πρόλαβα να τελειώσω το κείμενο που θα κατέλυε την εικόνα της αστικής τάξης και θα ξεμπρόστιαζε τους ανήθικους πυλώνες της. Αποπροσανατολισμένος όλο το πρωί από τον σουρεάλ πιθηκισμό της μεσαίας τάξης και των κυρ-παντελήδων, ξέχασα να το ολοκληρώσω και να βάλω μέσα την απληστία των πλουσίων, τον αμοραλισμό της εκκλησίας, την διαφθορά της αστυνομίας και την διαπλοκή των δικαστών, ούτε αξιώθηκα να σατιρίσω τους διακινητές ψεμάτων δημοσιογράφους, ούτε να γκρεμίσω τα στερεότυπα της φαιδρής αυτής τάξης και να τονίσω την έλλειψη ηθικής, συνείδησής, φραγμών και ενοχικότητας της …και που θα ανέβαζες αδερφέ μου στο καταχρεωμένο πριν καν ανεβάσεις την παρθενική σου παράσταση θέατρο σου, βεβαίως μήπως και το σώσουμε από το να γίνει και αυτό σουπερ μάρκετ…