Κάμποσα χρόνια πριν, το ξύρισμα σε κουρείο-μπαρμπέρικο ήταν μια μικρή, μάλλον συχνά επαναλαμβανόμενη και σχετικά προσιτή πολυτέλεια του ανδρικού πληθυσμού των πόλεων. Δεν ήταν μόνο η αίσθηση της φρεσκάδας, καθαριότητας και αναζωογόνησης που ένιωθες πως πρόσφερες στον εαυτό σου, ήταν μια μορφή κοινωνικής συναναστροφής και πιότερο δείγμα κοινωνικής καταξίωσης όταν έβαζες άλλους, και μάλιστα ειδικούς να ασχολούνται με σένα και τη περιποίηση σου. Ξέχωρα που σε προστάτευαν και από αδέξιους χειρισμούς, μικρά ατυχήματα και αιματηρά κοψίματα. Στα χρόνια μας επανήλθε σε μικρότερο βαθμό αυτή η συνήθεια από τους χιπστερς που αποθεώνουν οτιδήποτε βίνταζ και παλιακό, από τους μερακλήδες που ένιωσαν κάτι το αρρενωπό στην όλη διαδικασία και αυτούς που απλά ακολουθούν τις μόδες. Φυσικά όλοι αυτοί αποτελούν μειοψηφία μιας και η κυρίαρχη τάση δεν παύει εδώ και αρκετά χρόνια να αποτελεί το πυκνό μούσι στους άντρες. Δείγμα πως ότι και να κάνουν οι εταιρίες όση προπαγάνδα και να χρησιμοποιήσουν και όσα εκατομμύρια ευρώ και να χώσουν οι πολυεθνικές στις διαφημίσεις για προϊόντα ξυρίσματος, λοσιόν και ξυραφιών, την τελική επιλογή την κάνει ο καταναλωτής – πολίτης. Συχνά ακούω εδώ και χρόνια την φράση-τρολάρισμα «τόσα μούσια και ούτε ένα αντάρτικο»…και όχι η άρνηση του μέσου άνδρα να ξυριστεί υποχωρώντας στις επιταγές των διαφημιστών δεν αποτελεί πράξη αντίστασης ούτε δείγμα επαναστατικότητας…

Στα σύγχρονα μπάρμπερ σοπ που φιγουράρει ο μπαρμπέρικος πόλος (ο αυθεντικός μπαρμπέρικος πόλος που έχει μια χάλκινη σφαίρα στην κορυφή του και τις μπλε, κόκκινες και άσπρες λωρίδες) του οποίου το υπόβαθρό του και η ιστορία πίσω από το τι χρησίμευε και τι συμβολίζει χαρίζει μια ευχάριστη αφήγηση καθώς περιμένεις υπομονετικά στη σειρά σου να ξυριστείς, σου χαρίζουν όλα τα κομφόρ της περιποίησης που σου αξίζουν ή νομίζεις πως αξίζεις. Αυτά τα κομφόρ που οι αστοί της κατοχικής Αθήνας συνέχιζαν να απολαμβάνουν όλα τα σκληρά χρόνια της Πείνας και του Λιμού. Πολυτέλειες που πολίτες της Αθήνας και του Πειραιά δεν μπορούσαν να αποκόψουν από την καθημερινότητά τους, ούτε όταν ο διπλανός τους πέθαινε από την ανέχεια, τις κακουχίες και την ασιτία που μάστιζε τους δρόμους των αστικών κέντρων. Πολυτέλεια που όφειλε στον εαυτό του και ο Fleischer (φλάισερ) -που σημαίνει ο χασάπης στα γερμανικά-. Ο λόγος για τον ταγματάρχη των ταγμάτων ασφαλείας Ζαχαράκη που δρούσε ως βασανιστής της Γκεστάπο του Πειραιά και χάρη σε αυτόν και την δράση του η Γκεστάπο είχε σκορπίσει τον τρόμο σε όλη την περιοχή. Στις περιγραφές του που συχνά γινόντουσαν στο μπαρμπέρικο που σύχναζε κάθε μέρα και περηφανευόταν για τα κατορθώματά του, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν ειδικός στο “πάστωμα” των θυμάτων του, τα οποία αφού άνοιγε με ξυράφι, τους έριχνε στις πληγές χοντρό αλάτι της θάλασσας. Τόσο μεγάλο ήταν το πάθος του για αίμα, που στο λαιμό του κρέμαγε σε μια χρυσή αλυσίδα ένα ξυράφι. Αυτός του ο ζήλος και η δίψα για αίμα του χάρισε το προσωνύμιο που τόσο καυχιόταν ότι του έδωσαν οι ναζί κατακτητές συνεργάτες του.

Ένα ηλιόλουστο Σάββατο του Μάρτη του 1943 ο Fleischer πήγε στο αγαπημένο του κουρείο να ξυριστεί. Στην ανατολική πλευρά του Λόφου του Προφήτη Ηλία περνώντας τις παλιές επαύλεις, τα αρχοντικά, τους δρόμους με τις νεραντζιές και τα χρωματιστά νεοκλασικά και κατεβαίνοντας προς το Τουρκολίμανο κάπου ανάμεσα στα στενά σοκάκια με τα πολλά σκαλιά και ανάμεσα σε χαμηλά σπίτια με κεραμίδια βρίσκονταν το κουρείο- στέκι του Ζαχαράκη. Η διαδρομή τον έκανε χαρούμενο καθώς έβλεπε την Άνοιξη να έρχεται και τον καιρό να ζεσταίνει, είχε ανοίξει και το παράθυρο του πολυτελούς και το ζεστό αεράκι τον έκανε να χαμογελά. Πιο πολύ τον χαροποιούσαν όμως τα πρόσωπα των περαστικών¨ φοβισμένα, στοιχειωμένα με απλανές βλέμμα απόγνωσης και φόβου όταν τον αντιλαμβάνονταν και μια αίσθηση απέραντου τρόμου. Σκελετωμένες ρακένδυτες γυναίκες, παιδιά ανθρώπινες σκιές με το τενεκεδάκι στο χέρι, νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια ήταν εικόνες που αντίκρισε σε εκείνη την βόλτα του και θύμωσε με τον εαυτό του που δεν πήρε ένα καρβέλι ψωμί να πετάει τα τρίμματα του και τα ψίχουλα στον δρόμο για να γελάσει με την πλέμπα που θα έτρεχε να τα μαζέψει από χάμω για να φάει. Πφφ, το επόμενο Σάββατο να θυμηθώ να πάρω ένα ψωμί σκέφτηκε, ενώ την ίδια στιγμή του πέρασε από το μυαλό πως ευτυχώς δεν βρήκε κάποιο οργανωμένο συσσίτιο στον δρόμο γιατί δεν είχε πάρει μαζί του παρά μόνο το περίστροφο του. Αν πετύχαινε κάποιο συσσίτιο θα έπρεπε να είχε κάποιο αυτόματο μαζί του σαν το MKb 42(W) της Walther, οπότε ναι τότε, θα είχε περάσει ένα μαγικό πρωινό. Με αυτές τις σκοτεινές σκέψεις που εξατομίκευαν τον ψυχισμό και την αντίληψη του για την ζωή, χαϊδεύοντας το αγαπημένο του ξυράφι που κρεμόταν από την χρυσή αλυσίδα στον λαιμό του και ενώ ανατροφοδοτούσε την νοσηρή του φαντασία αντιλήφθηκε πως φτάσανε στον προορισμό του. Καθώς περίμενε τον οδηγό του να του ανοίξει την πόρτα παρατήρησε μια καινούρια φάτσα στο κουρείο. Πριν προλάβει να δώσει σήμα στους φρουρούς του που είχαν ήδη φτάσει με το προπορευόμενο αυτοκίνητο στο μαγαζί, ρώτησε με αυθάδεια τον κουρέα:

-Ποιο είναι το μπάσταρδο κυρ-Τάκη; Με τον πληθωρισμό στα τάρταρα, τα κομμούνια να αντέχουν στην Ανατολή και εσύ μου κάνεις προσλήψεις; Κάτσε καλά κυρ-Τάκη…κάτσε καλάαα…

Η κουστωδία του γέλασε όπως και όλοι οι θαμώνες-πελάτες του κουρείου. Δεν χρειάστηκε να προσποιηθούν, δεν ήταν μέρος της πλέμπας αστοί του Πειραιά ήταν που βγήκαν να περάσουν την ώρα τους και ευκαιρία να γλείψουν τον κατακτητή ή έστω έναν καλό συνεργάτη τους.

Ανάμεσα στα γέλια και τα χάχανα ο κιτρινιασμένος κύριος Τάκης ψέλλισε:

-Ένας φουκαριάρης χαζούλης είναι. Παραγιός να του μάθω τη δουλειά να ζήσει και αυτό το κακόμοιρο,..

-Καλά σκάσε με την κλάψα σου, όνομα δεν έχει πως τον λένε;

-Φιγκαρό, απάντησε ο κυρ-Τάκης και έκανε όλο το μαγαζί να σειστεί από τα γέλια.

-Κουτόφραγκο πήρες ρε Τάκη; απάντησε ο Φλάισερ και έκανε νεύμα προς τον μαθητευόμενο να πάει προς το μέρος του. Τότε του έριξε την πρώτη καρπαζιά και του είπε:

-Θα μιλάς μόνο όταν σου το λέω εγώ να το κάνεις. Πως σε λένε ρε; Μίλα.

– Ευσέβιος Αγαθάγγελος του Κωνσταντίνου και της Σοφίας, απάντησε ο νεαρός.

Νέο ξέσπασμα γέλιου.

-Θα γελάσουμε πολύ με αυτόν ρε παιδιά, θα γελάσουμε πολύ, συνέχισε ο Ζαχαράκης και ενώ στο κουρείο, υπήρχε διάχυτη μια ανεμελιά που για πρώτη φορά συναντούσε κανείς στο περιβάλλον του αιμοδιψή και πάντα παρατηρητικού και προσεγμένου Ζαχαράκη που έμοιαζε για πρώτη φορά τόσο χαλαρός και ξεσφιγμένος.

Ο Φλάισερ έβγαλε το καπέλο και το σακάκι του με τον κουρέα σχεδόν να ακουμπά τα πρόσωπό του στο έδαφος κατά την υπόκλιση του καθώς γύριζε την καρέκλα για να καθίσει ο πελάτης του. Φυσικά ούτε που νοιάστηκε να ρωτήσει από πού πήρε το όνομα του το λιανοπαίδι που είχε στο μαγαζί του ο κουρέας. Ο οποίος ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου την περιποίηση του Ζαχαράκη. Τα μάτια του Ευσέβιου καρφωμένα στις κινήσεις του αφεντικού-δασκάλου του.

-Το βασικό στο ξύρισμα είναι στην προεργασία πριν από αυτό. Εδώ είναι όλη η τέχνη. Το πιο σημαντικό σημείο στο ξύρισμα. Ό,τι κάνεις εδώ λάθος θα το πληρώσεις αργότερα με κοψίματα ή στην καλύτερη περίπτωση με κοκκινισμένο δέρμα!

-Και θα φας κλωτσιά που θα είναι όλη δική σου, διέκοψε ο Ζαχαράκης.

-Πλένεις τον πελάτη πάντα με ζεστό νερό! Το ρουφάνε πιο εύκολα οι τρίχες, και έτσι φουσκώνουν πιο καλά και κόβονται πιο εύκολα. Λοιπόν τονίζω στουρνάρι, πλύσιμο προσώπου με απλό σαπούνι για να καθαρίσει από το λίπος. Ξαναλέω θέλουμε να καθαρίσουμε τις τρίχες για να μπορέσουν να φουσκώσουν και να μαλακώσουν με την κρέμα που χτυπήσαμε. Μην ξεχάσεις να πλύνεις τα χέρια σου, γιατί αλλιώς θα ψάχνεις το ξυράφι μάλλον κάτω από την καρέκλα.

-Και θα ξαναφάς κλωτσιά που θα είναι όλη δική σου, είπε ο Ζαχαράκης. Και οι κομπάρσοι ξαναγέλασαν.

Συμβουλών συνέχεια:

– Θα πάρεις το σαπούνι, αυτό το πράσινο από ελαιόλαδο, σε αυτό θα βάλεις το πινέλο αφού το έχεις τουλάχιστον 2 λεπτά μέσα στο ζεστό νερό, και θα το τινάζεις και το φέρνεις σβούρα, γρήγορες στροφές πάνω στο σαπούνι για 5-6 δευτερόλεπτα! Βάζεις ελάχιστες σταγόνες νερό στην κούπα σου και άρχισε να το περιστρέφεις εκεί μέσα. Σιγά – σιγά βάζε και άλλο νερό. Ο αφρός πρέπει να γίνει πυκνός σαν κρέμα σαντιγί με μιλιούνια φούσκες! Αν αυτές είναι μεγάλες σαν την κεφάλα σου, αυτό είναι το σημάδι ότι η κρέμα που έκανες πάει για πέταμα αφού δεν κάνει για ξύρισμα!

-Βαρέθηκα κυρ-Τάκη! με κουρασμένη σχεδόν νυσταγμένη φωνή ο Φλάισερ σταμάτησε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Συνέχισε:

-Ήρθαμε να ηρεμήσουμε όχι να γίνουμε μπαρμπέρηδες με πτυχίο Πανεπιστημίου. Τα λες άλλη φορά στο νεαρό. Ας πούμε τίποτα άλλο για θα κοιμηθώ στην καρέκλα. Που να σου πω την αλήθεια πολύ πίσω την πήγες πανάθεμά σε σήμερα, γύρε την λίγο μπροστά.

«Your wish is my command» θα έλεγε, αν το ήξερε ο κυρ Τάκης αν και μπορεί και όχι, ‘ίσως το αντίστοιχο Γερμανικό, πάντως και τίποτα που δεν είπε τα μολόγησε όλα η σβελτάδα που ανταποκρίθηκε στην ικανοποίηση της επιθυμίας του εκλεκτού του πελάτη. Το υπόλοιπο της επίσκεψης δεν είχε κάτι το αξιοσημείωτο πλην της καρπαζιάς στον Φίγκαρο αφού πρώτα αυτός τραγουδήσει το «Φίγκαρο-Φίγκαρο Φιγκαροοοοο». Η σκηνή έκλεισε με υποκλίσεις στην πόρτα καθώς έφευγε η λιμουζίνα του ταγματασφαλίτη και της συνοδείας του.

Την ίδια μέρα νωρίτερα ο Ευσέβιος, που φυσικά δεν λεγόταν έτσι, αλλά το πραγματικό το όνομα ήταν Ζαχαρίας έφτασε στην Καστέλα ντυμένος ζητιάνος. Χωρίς παπούτσια στα πόδια του, μια γκρι τραγιάσκα, ένα πουκάμισο τριμμένο και ξεφτισμένο και μια ξερή κουραμάνα στο δισάκι του. Έφτασε ταλαιπωρημένος στο κουρείο και διψασμένος και μετά την καλημέρα του αμέσως να μάθει την τέχνη του κουρέα.

-Πεινάω, δεν έχω κανένα να με φροντίσει, ούτε κανένα να τον προσέχω. Ορφανός, πεντάρφανος μα θέλω δουλειά να ζήσω, τέχνη να μάθω ψωμί να φάω.

-Και πως θα με πλερώσεις την μαθητεία σου εδώ ρε Ευσέβιε; ρώτησε ο κυρ Τάκης.

-Πηδάω στα καμιόνια των Γερμανών και κλέβω καμιά μπομπότα και καμιά κονσέρβα. Να σε πληρώνω με αυτά;

-Σαλταδόρος ο κύριος Ευσέβιος δηλαδής, είπε με στόμφο ο μπαρμπέρης και συνέχισε:

-Με μπομπότα μωρέ θα πλερώνεις;

-Σαλταδόρος μάλιστα. Δεν έχω κάτι άλλο να δώσω, έκρινε ο Ευσέβιος και περίμενε.

Στην μιάμιση ώρα μέχρι να εμφανιστεί ο Φλάισερ στο κουρείο ο Ευσέβιος είχε πείσει με το παραμύθι του για το πώς έχασε τους γονείς και έμεινε μόνος του σε αυτή τη ζωή, όλη την γειτονιά που πρόλαβε να τον βαπτίσει Φίγκαρο από το συνήθειο να τραγουδά χαζοχαρούμενα και φάλτσα το ρεφραίν από τους «Γάμους του Φίγκαρο».

Ο νέος βοηθός του κουρείου είναι παιδί εργατικό και υποδύεται εξαιρετικά τον ανόητο και αφελή έως κουτό και έτσι ο κουρέας τον κάνει χάζι όταν εκείνος χειριζόμενος με επιδεξιότητα του ψαλίδι τραγουδά, συνέχεια το Φίγκαρο. Οι επόμενοι μήνες περνάνε με πολύ φαράσι, σκούπα, φτηνή κολόνια να αρωματίζει τα κοκκινισμένα μάγουλα και σκόνη ταλκ στους πλαδαρούς σβέρκους των πελατών. Ενίοτε και κανένα κούρεμα σε μικροαστούς πελάτες για να μάθει ο Ευσέβιος την τέχνη, αραιά και που και ξύρισμα με την φαλτσέτα. Η αλήθεια είναι πως το παλικαράκι είχε ταλέντο και απαλό χέρι και κέρδιζε σιγά σιγά την εκτίμηση του αφεντικού του αλλά και των πελατών. Κανείς δεν μπορεί να υποψιαστεί ποιος είναι πραγματικά ο Ευσέβιος και ποιοι οι πραγματικοί σκοποί του, που τον ‘φέραν από την Νέα Ιωνία στις γειτονιές του Πειραιά.

Εκείνες της ημέρες στο Παγκράτι συγκρούεται ο ΕΛΑΣ με τους ταγματασφαλίτες. Στην ολιγόωρη μάχη σκοτώνεται ένας άλλος ταγματάρχης των Ράλληδων ονόματι Παπαγεωργίου. Οι ταγματασφαλίτες σκυλιάζουν. Ο ίδιος ο Ζαχαράκης μεταβαίνει στο Παγκράτι αυτοπροσώπως και κάνει ένα τεράστιο μπλόκο. Συλλαμβάνονται πολλοί πολίτες στην τύχη.

Απευθυνόμενος στου συλληφθέντες συμπατριώτες του γεμάτος αυτοπεποίθηση και ένα ψήγμα συμπόνιας στη φωνή του Ζαχαράκης τους λέει:

-Εάν μου υποδείξετε ένα κομμούνι ΕΛΑΣίτη, θα αφήσω δέκα πολίτες. Δεν θα περιμένω πολύ. Έχετε ένα λεπτό να σκεφτείτε καλά την πρόταση μου, ποιόν θα μου δώσετε, ποιον πούστη για να σώσετε το γείτονα, τον φίλο σας, το αδερφό σας. Τον κώλο σας μωρε! Σας το ορκίζομαι στην στρατιωτική μου τιμή πως θα κρατήσω τον λόγο μου. Δώστε μου ένα κομμούνι!

Ένας νεαρός, σχεδόν παιδί πετιέται από το πλήθος ξαφνικά.

-Εγώ κύριε ταγματάρχα μπορώ να υποδείξω έναν.

-Μπράβο νέε μου, του απαντά ο Ζαχαράκης.

-Εγώ είμαι κάθαρμα, ανταπαντά το παιδί. -Εγώ είμαι κομμουνιστής μέχρι το κόκκαλο!

Με συνοπτικές διαδικασίες ο ταγματάρχης δίνει εντολή και διαλέγουν μέσα από το πλήθος τυχαία εκτελεί δέκα άτομα συν τον ανυπάκουο νέο. Το παιδί που δεν φοβήθηκε το μπλόκο και αψήφησε τον θάνατο, μαθεύτηκε αργότερα πως ήταν από την Νέα Σμύρνη και μόλις 18 ετών.

Το γεγονός αυτό συγκλόνισε τον ΕΑΜικό κόσμο και τις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά. Στην Νέα Ιωνία σε μια «τριάδα», τα νέα δημιουργούν ένταση ανάμεσα στα μέλη της και έντονη αντίδραση. Ο λαός της Αθήνας ζητά το κεφάλι του Ζαχαράκη. Η ΟΠΛΑ είχε λάβει γνώση για τα κατορθώματα του και των εγκλημάτων του από τις οργανώσεις του ΕΑΜ και σύντομα η επιτροπή λαϊκής δικαιοσύνης του ΕΑΜ Πειραιά είχε διενεργήσει δίκη και έρευνα και είχε μάλιστα προ μηνών εκδώσει μια καταδικαστική απόφαση για το πρόσωπο. Ποινή φυσικά ο Θάνατος. Για αυτόν τον λόγο είχαν άλλωστε φυτέψει τον Ζαχαρία σαν Ευσέβιο στην Καστέλα για να βρίσκεται κοντά στον ταγματάρχη. Στην Ο.Π.Λ.Α. λοιπόν φθάνει το ανάλογο έγγραφο με την υπογραφή “ΚΕΣ” που σήμαινε κατεπείγον. Οπότε επικοινωνεί άμεσα με τον νεαρό. Αυτός δεν το σκέφτεται δεύτερη φορά. Δεν ήταν άλλωστε από εκείνους τους τύπους που θέλουν να πάνε στον Παράδεισο χωρίς να πεθάνουν. Έτσι ανακοινώνει στους άλλους δύο της ομάδας του, πως αύριο κιόλας θα τελειώσει η ιστορία.

-Τον πούστη, θα του κάνω εγώ αύριο κόντρα ξύρισμα, ήταν τα τελευταία λόγια του πριν χωρίσουν οι τρεις τους αργά το βράδυ.

Σηκώθηκε νωρίς τα χαράματα. Δεν είχε κοιμηθεί. Δεν τινάχτηκε από το κρεβάτι που είχε ξαπλώσει προσπαθώντας να σκεφτεί και την παραμικρή λεπτομέρεια και το καθετί θα μπορούσε να πάει στραβά. Σηκώθηκε ήρεμος, άναψε ένα κερί και με ήσυχες κινήσεις ντύθηκε. Ήπιε ένα ποτήρι νερό και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού πριν ντυθεί για το τελευταίο το μεροκάματο σαν βοηθός μπαρμπέρη. Στην μεγαλύτερη παράσταση της καριέρας του στον πιο δύσκολο ρόλο της ζωής του. Ηθοποιός γαρ ο Ζαχαρίας ήξερε πως κανένα κοινό δεν θα είναι εκεί με το ζεστό του χειροκρότημα να τον αποθεώσει. Κανένας δεν θα θυμηθεί το όνομά του και κανένας δεν το υμνήσει σαν ήρωα. Δεν ήταν ήρωας, ήταν αγωνιστής. Δεν ήταν μεγάλος και τρανός, ένας ταπεινός κομμουνιστής ήταν, ένας φτωχός πατριώτης. Πήγε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και κοιτάχτηκε στον μικρό και ραγισμένο καθρέπτη του. Σκούπισε τα νερά και έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο κοιτώντας με βλέμμα σιγουριάς το είδωλό του στο γυαλί.

Δεν υπήρχε χρόνος για πισωγυρίσματα. Η αυτόβουλη μεταστροφή του ατόμου στην αβυσσαλέα έκθεση στην Ιστορία και την υποταγή στις υπηρεσίες του συνόλου και της κοινωνίας (ίσως και περισσότερο από όλα της τάξης) και η συνειδητοποίηση του ρόλου του, μέσα σε αυτά τα νέα δεδομένα δεν έρχεται σε μια στιγμή. Η μετάβαση συντελέστηκε βήμα-βήμα κάθε μέρα που υποδυόταν τον μαθητευόμενο κουρέα. Κάθε του στιγμή, έγινε από μελλοντική σκέψη, πέρασε από παρούσα πράξη μέχρι να γίνει θυμικό και ανάμνηση που σαν συλλογισμός-αξιολόγηση βοήθησε να ταξινομηθεί στο υποσυνείδητο σαν τετελεσμένο γεγονός που νομοτελειακά θα συμβεί η εκτέλεση του προδότη, σαν ο μόνος προορισμός να είναι η λύτρωση των θυμάτων του και η απόδοση δικαιοσύνης.

Όπως κάθε ημέρα έτσι και την επόμενη ο Ζαχαράκης αφού γύρισε με το αυτοκίνητο του όλη την Αθήνα, έφτασε στο κουρείο της Καστέλας. Ο Ζαχαρίας είχε πάει από πολύ νωρίς. Έπρεπε να κανονίσει το κυρ Τάκη. Να τον περιμένει έξω από το μαγαζί. Να τον ταΐσει πρόλογο πως είχε αϋπνίες και ήρθε νωρίτερα σήμερα, πριν τον ακινητοποιήσει και χωρίς να καταλάβει η γειτονιά τους συντρόφους του που θα περίμεναν στο πλυσταριό παρέα με τον κυρ –Τάκη που θα φιμώνονταν και θα τον ‘δέναν σε εκείνη την ξύλινη παλιοκαρέκλα όπου θα το φύλασσαν με φόβο μην κάνει θόρυβο και τους καρφώσει. Έτσι και έγινε. Όλα βάση σχεδίου και με τις λιγότερο δυνατές απώλειες.

-Κυρ – Τάκη σχώρα με αλλά πρέπει να σου ρίξουμε μια δυνατή στο πρόσωπο να φανεί πως πάλεψες, πως αντιστάθηκες γιατί όταν σε λύσουν οι ταγματαλήτες και δουν πως σε είχαμε με το καλό δεμένο, θα έχεις πρόβλημα. Καλύτερα μια καλή τώρα παρά να σε χώσουν σε καμιά φυλακή ή να σε σκοτώσουν τα καθίκια, ειπε πολύ ψύχραιμα, κυνικά αλλά και μια δόση συμπόνιας ο Ζαχαρίας.

Ο κουρέας σε μισολιπόθυμη κατάσταση και αρκετά ζαλισμένος ήταν δεμένος στο πλυσταριό, όταν ακούστηκε η κόρνα του αυτοκινήτου του Ζαχαράκη.

Την πόρτα αυτή τη φορά του την ανοίγει ο Ζαχαρίας αντί για το αφεντικό του και μάλιστα φορά ο ίδιος την άσπρη μπλούζα του κουρέα.

-Τι κάνεις εκεί ρε χαμένο, βγάλε την μπλούζα και πιάσε να σκουπίσεις, φωνάζει ο Ζαχαράκης. Και βάλε ένα τραπεζάκι για τα παιδιά να κάτσουν έξω, πολύ ήλιο έχει σήμερα μωρέ, πολύ ζέστη, είπε κοιτώντας προς το ήλιο που ήδη είχε ανέβει αρκετά ψηλά.

-Καλέ μας ταγματάρχα σήμερα κουρεύω και ξουρίζω μόνο εγώ, το αφεντικό έπεσε με γρίπη. Καθώς μιλούσε έβγαλε ένα τραπέζι με 3 καρέκλες να καθίσουν οι συνοδοί του καταδικασθέντος από την ΟΠΛΑ ταγματάρχη. Μάλιστα το έβαλε σε ένα μέρος όπου ο ήλιος χτυπούσε στα μάτια τους οπότε αυτοί αναγκάστηκαν να γυρίσουν πλάτη προς το εσωτερικό του κουρείου.

Ο κουρέας βρίσκεται στο πίσω δωμάτιο δεμένος και φιμωμένος. O Φλαισερ έχει πειστεί πως δεν συμβαίνει κάτι το ύποπτο και θέλει να πιλατεύσει με τον νεαρό που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του όλο αυτό το διάστημα, και συνεχίζει με ύφος μεταξύ θυμωμένου και αστειευόμενου:

-Τι δηλαδή θα με ξουρίσεις εσύ;

– Θα βάλω όλη μου την τέχνη.

-Πρόσεξε μην και με κόψεις γιατί το βλέπεις αυτό; δείχνοντας το διαβόητο ξυράφι του, -θα σε μουνουχίσω.

Ο Ζαχαρίας ετοιμάζει παχιά-παχιά την σαπουνάδα κάνοντας διαρκώς σκέρτσα και τερτίπια. Ο ταγματάρχης χαλαρός θέλει να γελάσει και του ζητάει αυστηρά.

-Τραγούδα εκείνη την αηδία ρε.

Ο Ζαχαρίας ξελαρυγγιάζεται στα Φίγκαρο Φίγκαρο, ο ταγματάρχης το απολαμβάνει.

-Μπράβο, μπράβο, σκύψε τώρα να εισπράξεις την πρωινή σου.

Ο Ζαχαρίας σκύβει χαμογελαστός για αυτή την τελευταία καρπαζιά και πιάνει όλο μαεστρία το πινέλο. Περνάει μιά δυο γερές πινελιές ζεστό αφρό το λαιμό του ταγματάρχη και μετά πιάνει το λεπίδι. Το ακουμπάει σταθερά στο λαιμό, ίσα-ίσα πάνω στην αρτηρία.

Οι στιγμές δεν άφηναν περιθώρια για μεγάλες κουβέντες. Δεν έκατσε να σκεφτεί τα λόγια που θα έλεγε στο θύμα του. Αλήθεια πόσο γελοίες ακούγονται οι λέξεις κάποιες φορές. Άκου «θύμα» ο Ζαχαράκης. Όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, να γίνουν με ακρίβεια και χωρίς να γίνει σαματάς που θα έκανε τα πρωτοπαλίκαρα του να μπουν μέσα στο κουρείο και να τον καθαρίσουν.

Ο δε Φλάισερ αμέριμνος αλλάζει το τροπάρι. Προσπαθεί να καλμάρει τον Ευσέβιο, μην κάνει και καμια στραβή και του αφήσει και κανένα σημάδι το ζαβό, σκέφτηκε.

-Τι χαζεύεις ρε φοβήθηκες; Αστεία το’ πα πως θα σε μουνουχίσω.

-Δεν προλαβαίνεις πια. Το ξυράφι που αγγίζει το λαρύγγι σου το κρατάει η Ο.Π.Λ.Α. και ο ελληνικός λαός.

Ο ταγματάρχης παγώνει. Η Ο.Π.Λ.Α.! Η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, η ένοπλη οργάνωση, προσκείμενη στο ΕΑΜ και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Πως την πάτησε έτσι. Είχε ακούσει για την δράση της και είχε ξαμολήσει πολλούς ρουφιάνους και χαφιέδες για να την στραγγαλίσουν πριν εξαπλωθεί και τώρα βρίσκεται ένα τσακ κυριολεκτικά από το να γραφτεί και αυτός στα πρωτοσέλιδα σαν τρόπαιο της. Κατάρα !

– Άσε τις μαλακίες ρε Ευσέβιε και ξούρισε.Περισσότερο έμοιαζε να το λέει για να το πει. Για να φανεί πως ήταν ένα κακό αστείο μια χαζομάρα ένα καλαμπούρι, τον πούστη τον Ευσέβιο τον έκανε να κερώσει! Θα γέλαγε σαν τρελός αν του λέγε:” μια πλάκα έκαν κυρ-ταγματάρχα μην βαράς μια πλάκα να γελάσουμε, τι ξέρω ΄γω από αυτά;” Αλλά ο Ευσέβιος με καθαρή φωνή του είπε:

-Κλείσε τα μάτια σου και κάνε την προσευχή σου ρε μαλάκα.

– Ρε Ευσέβιε τρελάθηκες ρε;

– Μαλάκα, δεν με λένε Ευσέβιο, είμαι φυτευτός εδώ. Στην είχα στημένη. Η Ο.Π.Λ.Α. σε καθαρίζει για την προδοσία σου, στο όνομα του ελληνικού λαού.

-Μια πιστολιά να ρίξω μόνο ρε, για την τιμή των όπλων, ψιθυρίζει απελπισμένος ο Ζαχαράκης.

-Την τιμήσου την ξόφλησες χθες στο Παγκράτι, απαντά ο Ζαχαρίας και με μια κίνηση κόβει τον λαιμό του ταγματάρχη.

Αμέσως καλύπτει τον λαιμό με μια πετσέτα ενώ τραγουδά δυνατά με επιτηδευμένη ψιλή φωνή αφελέστατα το «Φίγκαρο» για να καθησυχάσει απ’ έξω τα παλικάρια του Ζαχαράκη που τον περιμένουν. Καλύπτει τον λαιμό με δύο ακόμα πετσέτες και πηγαίνει στο πίσω δωμάτιο, λύνει τα χέρια του κουρέα και διαφεύγει από την πίσω πόρτα που τον περιμένει ένα αμάξι της Ο.Π.Λ.Α με τα φιλαράκια του που πρόσεχαν το κυρ-τάκη στο πλυσταριό. Όταν τα τσιράκια του Ζαχαράκη τον βρήκαν σφαγμένο και πνιγμένο στο αίμα του, στο πέτο είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

“Προδότες θα πεθάνετε Ο.Π.Λ.Α.”

Η πλοκή μοιάζει τσαπατσούλικη και βιαστική, η εκτέλεση ερασιτεχνική, οι διάλογοι κλισέ και τετριμμένοι, με την λογοτεχνική αξία μικρή αν όχι μηδαμινή. Ένας αστός θα περιέγραφε με πιο θερμά και πατριωτικά λόγια (αυτό που προδίδεις με τόση ευκολία, άλλο τόσο εύκολα ψεύδεσαι για αυτό και το παινεύεις, σαν τον άπιστο εραστή ένα πράγμα που πλέκει το εγκώμιο της σύντροφο του που απατά με τον ίδιο ζήλο και το ίδιο αβασάνιστα), τα τελευταία του εκτελεστή και πιο δραματικά τα γεγονότα ή τις συνταρακτικές στιγμές του εκτελεσθέντος. Η πρόχειρη αναπαράσταση του συμβάντος, θέλει να τιμήσει την χρονική στιγμή που αυτό συντελέσθει. Τις ιδιαίτερες συνθήκες που η ιστορικότητα των στιγμών δεν αφήνουν χώρο για ηρωισμούς, όσο και αν αυτή η πράξη από την στιγμή που ανατίθεται σε κάποιον μέχρι την ολοκλήρωσή της και την επιδίωξη των σκοπών της διέπετε από αυτοθυσία και γενναιότητα. Ότι ήταν να γίνει έπρεπε να γίνει άμεσα. Ότι έπρεπε να ειπωθεί έπρεπε να ειπωθεί χωρίς δραματικότητα, η ίδια η πραγματικότητα δεν χωρούσε άλλο δράμα. Η βιασύνη να μεταδοθεί το μήνυμα συνάδει με την αμεσότητα της ίδιας της πράξης, και τις δύσκολες ώρες που αυτή έγινε και όχι επτά δεκαετίες μετά, με την ευκολία της χρονικής απόστασης και της πολυτέλειας να είσαι έξω από την Κόλαση της Κατοχής και της Πείνας, μακριά από προδότες και τους δωσίλογους που διάλεγαν πάντα να είναι στο πλευρό του νικητή…