Ο αριθμός 3, δεν είναι ένας ακόμη αριθμός. Είναι ένας αριθμός με έντονους συμβολισμούς. Συναντάμε αυτόν και τα πολλαπλάσια του στη λογοτεχνία και στην ποίηση. Μιλάμε για την τριαδικότητα στη θρησκεία. Τα ξόρκια προφέρονται 3 φορές. Στον κινηματογράφο συναντάμε τριλογίες. Ο μυθολογικός Κέρβερος είχε 3 κεφάλια. Οι Μοίρες είναι τρεις, όπως και τα πρόσωπα της αιγυπτιακής μυθολογίας και αυτές είναι μόνο μερικές από τις περιπτώσεις που συναντάμε αυτόν τον ιδιαίτερο αριθμό.

Σε ότι έχει να κάνει με τη μουσική μας, αναφερόμαστε συχνά στην σπουδαιότητα του τρίτου δίσκου, που είναι ο κομβικός ώστε να απογειωθεί η καριέρα ενός συγκροτήματος. “Reign in Blood”, “Master of Puppets” και “The Number of the Beast” είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα τρίτων δίσκων που εδραίωσαν τα συγκροτήματα στις συνειδήσεις των οπαδών. Είχαν όμως και κάτι άλλο κοινό. Οι δύο δίσκοι που είχαν προηγηθεί ήταν πάρα πολύ καλοί, άρα ο τρίτος – άρτιος δίσκος, ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο. ‘Ηταν κάτι που περίμενες να συμβεί. Δίνουμε συνήθως βάση στην πετυχημένη περίπτωση των 3 σερί αριστουργημάτων αλλά δεν αναφερόμαστε συχνά στην αντίθετη εξέλιξη. Αυτή, των 2 φοβερών καλών δίσκων που δε συνοδεύονται από έναν τρίτο ανάλογο με τις προσδοκίες. Εκεί, όπως φαντάζεστε, το οικοδόμημα αντί να εδραιωθεί, καταρρέει. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή των Meliah Rage.

Kill to Survive

 Το ξεκίνημα τους τοποθετείται κάπου στο 1987, όταν ο κιθαρίστας Anthony Nichols, άρχισε να τζαμάρει με 2 φίλους από το σχολείο. Τα μάτια για το αμερικάνικο Heavy/Power εκείνη την εποχή, σίγουρα δεν ήταν στραμμένα στη Βοστώνη, που ήταν η έδρα των Meliah Rage αλλά αυτό από μόνο του, δεν ήταν λόγος να τους εμποδίσει. Εξάλλου είχαν και αρκετά Thrash στοιχεία στη μουσική τους με αποτέλεσμα να αναφέρονται τουλάχιστον εξ ορισμού, σε ένα πιο ευρύ ακροατήριο. O Nichols είχε ένα σύντομο punk παρελθόν με τους Gang Green αλλά σύντομα ήθελε να φτιάξει κάτι δικό του, με βασικές αναφορές τους AC/DC, Riot, Judas Priest, Metallica και Megadeth. Ψάχνοντας στην τοπική σκηνή, κατέληξε στο τελικό line – up που εκτός από τον ίδιο, περιελάμβανε τον Mike Munro στη φωνή, τον Jim Koury στην κιθάρα, τον Jesse Johnson στο μπάσο και τον Stuart Dowie στα τύμπανα. Το χρονικό σημείο είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό καθώς υπάρχει έξαρση στη σκηνή και ενδιαφέρον από τις εταιρείες. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Nichols : ” Oι Metallica ετοιμάζονταν να γίνουν τεράστιοι και όλοι έψαχναν για το επόμενο μεγάλο όνομα σε αυτόν τον ήχο. Κυκλοφορούν ένα demo 3 τραγουδιών και κλείνουν τις πρώτες ζωντανές εμφανίσεις. Το συμβόλαιο από την Epic έρχεται μετά από το τέλος μιας συναυλίας και αφορά 5 άλμπουμ κάτι που όμως δε θα συμβεί. Προς το παρόν όμως, όλα είναι στρωμένα με ροδοπέταλα για να κυκλοφορήσει ο πρώτος δίσκος. Το “Kill to Survive” κυκλοφορεί το 1988 και είναι ένα άρτιο ντεμπούτο από κάθε πλευρά.  Έχει τη νεανική ορμή, συνδυάζει άριστα το Power με το Thrash και έχει μόνο φανταστικά riffs. Tα φωνητικά είναι όσο δυναμικά χρειάζονται και η δομή των τραγουδιών εστιάζει στη Heavy πλευρά, χωρίς να έχει πολλή πληροφορία για τον ακροατή. Αμεσότητα, με μία λέξη. Περιλαμβάνει και τα 3 τραγούδια του demo. Ο δίσκος ακούγεται υπερβολικά ευχάριστα από οπαδούς του heavy, του power αλλά και του thrash, βρίσκοντας τη χρυσή τομή συγκερασμού αυτών των ειδών. Μόλις 7 τραγούδια και 35 λεπτά, ήταν μια άκρως ικανοποιητική συστατική επιστολή από την οποία δεν περισσεύει ούτε δευτερόλεπτο. H δισκογραφική είχε αρχικά κάποιες ενστάσεις για το στιχουργικό περιεχόμενο και δεν ξέρω κατά πόσο αυτό ευθύνεται και για το ότι το ομώνυμο τραγούδι δε βρίσκεται στο δίσκο παρά μόνο στις επανακυκλοφορίες των μεταγενέστερων χρόνων. O δίσκος κυκλοφορεί κανονικά, το πρώτο video clip γυρίζεται και κλείνεται 3μηνη περιοδεία με τους Metal Church, οι οποίοι βρίσκονται σε ανοδική πορεία αλλά και με τους οποίους έχουν πολλά ηχητικά κοινά. Πραγματικά ιδανικό ξεκίνημα, με ένα φοβερό άλμπουμ και με ιδανική προώθηση για αυτό.

 

Solitary Solitude

 Το 1989 και έπειτα από απαίτηση της εταιρείας κυκλοφορεί το “Live Kill”, ένα live ep 5 κομματιών που δείχνει την εξαιρετική φόρμα στην οποία βρισκόταν το συγκρότημα. Τα ep εκείνη την εποχή ήταν μια συνηθισμένη τακτική να καλυφθεί το κενό μεταξύ 2 κυκλοφοριών καθώς έπρεπε ιδανικά να κυκλοφορεί κάτι κάθε χρονιά ώστε να βρίσκεται το όνομα του γκρουπ στην επικαιρότητα. Το ντεμπούτο έκανε επιτυχία, η περιοδεία ήταν επιτυχημένη, το μπάτzετ ήταν ενισχυμένο, οπότε χρειαζόταν άλλο ένα καλό άλμπουμ. Το “The Pack” που έκλεινε το “Kill to Survive”, έδειχνε την ηχητική προσέγγιση για το δεύτερο άλμπουμ. Μεγαλύτερες σε διάρκεια συνθέσεις, με μια πολυπλοκότητα σε λογικά πλαίσια, χωρίς δηλαδή να χρειαστεί να κάνουμε αναφορά σε κάποια progressive λογική. Υπάρχει επίσης, ενισχυμένη αίσθηση της μελωδίας και μια διάθεση για πιο καθαρή παραγωγή. Το groove κάνει επίσης δειλά την εμφάνιση του μέσα από τον όγκο του rhythm section Η τραχύτητα του ντεμπούτου εξαλείφεται. Αυτά, για να θέσουμε το γενικό πλαίσιο γιατί κατά τα άλλα, έχουμε πάλι ένα έξοχο δείγμα Heavy/Power/Thrash. Όταν ένας δίσκος ξεκινάει με ένα τραγούδι, όπως το φανταστικό ομώνυμο, τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Ο δίσκος αναγνωρίζεται από τους οπαδούς, ακολουθεί περιοδεία 5 εβδομάδων στην Ευρώπη με τους Gang Green και το video για το “The Witching” κερδίζει airplay από το Mtv. Όλα φάνταζαν ιδανικά…και όμως το momentum είχε άρχισεi να απομακρύνεται.

 

Death Valley Dream

 Η αρχική συμφωνία με την Epic ήταν για 5 άλμπουμ αλλά γυρνώντας το συγκρότημα από την περιοδεία τα μάτια όλων είναι στραμμένα στο Seattle και στο Grunge που ετοιμάζεται να εκραγεί. Οι δισκογραφικές, όπως τα αρπαχτικά το αίμα, μυρίζουν το χρήμα από μακριά. Η συμφωνία της Epic με τους Meliah Rage, σταματά απότομα. Αυτό αυτόματα φέρνει τριγμούς και στις σχέσεις των μελών του γκρουπ με αποτέλεσμα οι Jonson και Dowie να αποχωρούν και τη θέση τους να παίρνουν αντίστοιχα, οι Mayo και Barcos. To “Death Valley Dream” κυκλοφορεί έξι ολόκληρα χρόνια μετά τον προκάτοχο του και τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Τα 6 χρόνια εκείνης της περιόδου, ισοδυναμούν με μια αιωνιότητα. Το Grunge έχει σαρώσει τα πάντα, το όνομα των Meliah Rage έχει ξεχαστεί και στο metal έχουν γίνει πάρα πολλές ζυμώσεις. Μιλάμε για τη δεκαετία του ’90 που γέννησε πολλά ιδιώματα. Ο ήχος των Meliah Rage την εποχή εκείνη ήταν παρωχημένος. Ας δούμε όμως και το δίσκο αυτόν καθ’ αυτόν. Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, βλέπεις απλουστευμένο το λογότυπο και μια promo φωτογραφία αντί για “κανονικό” εξώφυλλο. Ας το προσπεράσουμε όμως αυτό. Ακούγοντας τον δίσκο είναι σαν να ακούς άλλο συγκρότημα. Έντονα επηρεασμένοι από τους Pantera που την εποχή εκείνη μεσουρανούσαν. Το χειρότερο όμως είναι ότι η πλειοψηφία των συνθέσεων, σου αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Πραγματικά, κάποια τραγούδια τελειώνουν σε ανύποπτη στιγμή και σε κάνουν να απορείς με το συλλογικό σκεπτικό πίσω από αυτό. Ο δίσκος έχει και τις καλές στιγμές του αλλά συνολικά, είναι κατώτερος των περιστάσεων. Το momentum είχε χαθεί οριστικά. Για τους προαναφερθέντες λόγους, ο τρίτος δίσκος των Meliah Rage δεν ήταν το εφαλτήριο για μια ευρεία αναγνώριση. Το συγκρότημα έκτοτε κράτησε ένα μικρό πυρήνα οπαδών που τους ακολούθησε και στους επόμενους έξι δίσκους, οι οποίοι έχουν ποιοτικές διακυμάνσεις, ενώ άγνωστα παραμένουν και τα σχέδια για το μέλλον. Όπως και να έχει, οι 2 πρώτες τους δουλειές, στέκουν ως σύμβολα πολιτιστικής κληρονομιάς για το Heavy Metal και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Η Hammerheart Reccords έκανε το 2018 κάποιες πολύ προσεγμένες επανεκδόσεις με bonus υλικό, σημειώσεις κλπ.