Το κυπαρίσσι Lancia Ypsilon του 1998 γρύλιζε με μανία λίγο πριν η Ισμήνη και ο Κίμωνας φτάσουν στην γενέτειρα επαρχιακή πόλη της Ισμήνης, στην οποία γύριζε ακριβώς έντεκα χρόνια μετά, για να γεννήσει την κόρη τους. Είχε φύγει για σπουδές και δεν ξανακοίταξε πίσω, μα λόγω πανδημίας του covid-19 θεώρησε έξυπνο να εκμεταλλευτεί τον τόπο καταγωγής της, που είχε το πλεονέκτημα της μικρής πόλης, άρα του μικρότερου συνωστισμού και κυρίως των μηδαμινών κρουσμάτων εν αντιθέσει με την Αθήνα. Στο δρόμο η καραντίνα και τα επικοινωνιακά τρικ της κυβέρνησης λόγω των γιορτινών ημερών του Πάσχα είχαν μονοπωλήσει τις συζητήσεις, όταν αυτές δεν διακόπτονταν από τα συνεχή τηλεφωνήματα των γονιών των ζευγαριού. Λίγο πριν φτάσουν στην είσοδο της πόλης ο Κίμωνας ξεκίνησε έναν ακόμα γύρο του πυγμαχικού τους αγώνα, όπου τα δηλητηριώδη σχόλια αντικαθιστούν τις γροθιές και τα uppercut:

-“Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό… θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες όλων των μεγάλων στοχαστών, θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων, θα γελάσουμε με όλους τους χωρατατζήδες, θα φλερτάρουμε όλες τις γυναίκες, θα..”

Τα λόγια του Μπρεχτ δεν έμελλε να ολοκληρωθούν αφού η Ισμήνη πετάχτηκε:  -“Αφενός αυτό πρέπει να είναι το αγαπημένο σου σημείο και αυτό με εκνευρίζει αφάνταστα και για αυτό δεν σε άφησα να το ολοκληρώσεις,  αφετέρου έχω βαρεθεί να το ακούω. Όπως και την συνέχεια που μου επισημαίνεις πως είναι το moto σου, γαμώτο σου, στο πιο άσημο-διάσημο blog σου, που μας πληρώνει τους λογαριασμούς, ταΐζει την οικογένεια μας, μα πιο πολύ ταΐζει τον εγωισμό σου και την ματαιοδοξία σου.” 

Απτόητος ο Κίμωνας συνέχισε: -“Ναι, αλλά αυτή τη φορά μοιάζει να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από ποτέ. Τώρα έχουμε καιρό αφού το lock down μας κάνει να ανακατανείμουμε το χρόνο που μπορούμε να ξοδέψουμε για άτομα που μας λείπανε, που τα στερούμασταν κάθε μέρα, όταν η μηχανή του καπιταλισμού δεν σταματούσε δευτερόλεπτο να μας ρουφάει τις ζωές και να καρπώνεται τον πλούτο που παράγουμε για τους έχοντες το Κεφάλαιο.”

Οι μορφασμοί στο πρόσωπο της Ισμήνης ήταν αρκετοί για να εκδηλώσουν την δυσαρέσκεια της, αλλά ένιωσε πως πρέπει να το δικαιολογήσει κιόλας:

-“Αγαπημένε μου σύζυγε, να σε ξυπνήσω λίγο μην τρακάρουμε μιας και οδηγείς και ονειροβατείς ταυτόχρονα και είναι αυτό επικίνδυνο, μάλλον και να σου θυμίσω πως οι φάμπρικες δεν σταματάνε ποτέ και πως πριν μόλις δέκα πέντε μέρες πήρα άδεια, και αυτή για να γεννήσω, αφού ο καπιταλισμός δεν καταλαβαίνει από lock down κι πανδημίες, ακόμα κι όταν όταν είσαι έγκυος. Φυσικά για σένα και τους ομοίους σου, που μπορείτε να δουλεύετε από το σπίτι σας και τα lap-top σας, νομίζετε πως ήρθε το τέλος του κόσμου και θα γραφτείτε μαζικά σε group therapy, άμα τι λήξει του hashtag κατσεσπιτιγιατιδενεχουμεσυστημαυγειας, αν δεν το κάνετε ήδη μέσω skype.”

Τώρα η δυσαρέσκεια είχε φωλιάσει στο πρόσωπο του Κίμωνα, ο οποίος ήθελα να βάλει μια τελεία σε όλο αυτό.

-“Καλά δεν θα το συνεχίσω, γιατί κατανοώ την κατάσταση σου, άσε που το θεωρώ γρουσουζιά να μαλώνουμε λίγο πριν γεννηθεί το παιδί μας.”

-“Αυτό μου έλειπε τώρα να ακούμε και βασκανίες και δεισιδαιμονίες. Άντε και με σκόρδα και μάτι στο αυτοκίνητο καλέ μου…αποκρίθηκε με ειρωνικό ύφος η Ισμήνη.”

Ο Κίμωνας απάντησε: -“Και δεν μπορώ το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης που έχεις επωμιστεί για κάποιο λόγο.” Άρχιζε νέος γύρος, αλλά η κοπέλα με την καρτέλα που αναγράφει τον αριθμό του γύρου δεν ανέβηκε στο ring, ούτε το καμπανάκι ακούστηκε από την γραμματεία…

-“Κάποιος πρέπει να τον αναλάβει αυτόν το ρόλο, αφού πετάξατε λευκή πετσέτα εκεί στην Κουμουνδούρου”, συνέχισε απτόητη η Ισμήνη.

-“Δεν μπορώ την ειρωνεία σου” πρόλαβε να πει ο Κίμωνας πριν τον διακόψει με ξανά η γυναίκα του.

-“Ούτε εγώ την δική σου, για τον κακό καπιταλισμό, εκτός αν τα φράγκα της διαφήμισης του ΕΟΔΥ στο blog σε κάνανε πιο δεκτικό στην λατρεία των αγορών…”

-“Αγάπη μου δεν σε κατανοώ,”απάντησε ο Κίμωνας. Αλλάζοντας το ύφος του σε λιγότερο επιθετικό τόνο. Και συνέχισε:

-“Mου προκαλεί εντύπωση πως εσύ ένας φύσει δημοκρατικός άνθρωπος, μια γυναίκα που αναπνέει πρόοδο και σέβεται την διαφορετικότητα να μιλάς με βάση σχήματα. Μιλάς από το πρωί που μπήκαμε στο αυτοκίνητο, όταν δεν μας έπαιρνε η μάνα σου εκατό τηλέφωνα, με βάση αρχέτυπα και βαυκαλίζει ο λόγος σου, δογματικό, στατικό συντηρητισμό με τις εικόνες που σκιαγραφεί να μην επιδέχονται άλλης ερμηνείας ή κριτικής διάθεσης. Διόρθωσε με αν κάνω λάθος, αλλά ο φασίστας αυτό κάνει, αδυνατεί να φτάσει στον ορθό λόγο και μένει σε στερεότυπα και μύθους. Και αυτό το μανιχαϊστικό μοτίβο σου, κακός δεξιός -και πιο κακός Συριζαίος- με το καλός αριστερός το ξέχεσες σήμερα. Όχι, όχι, ΚΑΙ σήμερα θα έλεγα καλύτερα,” με την φωνή του να αλλάζει πάλι σε μια πιο τουλάχιστον επιθετική διάθεση.

 -“Nομίζω πως λίγο πριν πάρεις αέρα και αλλάξεις ύφος και τόνο, με είχες σχεδόν κερδίσει. Και θα σου ζητούσα συγνώμη που ήμουν επιθετική. Μου θύμισες γιατί σε ερωτεύτηκα, βλέπεις το μυαλό σου είναι κοφτερό και αυτό με εξιτάρει. Μετά απλά έβγαλες τον ξερόλα από μέσα σου και με επανέφερες στο τώρα…και ναι είστε το ίδιο κακοί με τους νεοδημοκράτες ροζούλη μου,” κάνοντας το χαρακτηριστικό με τα δάκτυλά που υπονοούν τα αυτάκια όταν έλεγε την λέξη κακοί. 

Ευτυχώς και για τους δυο η μικρή πόλη είχε μικρή έκταση και από την είσοδο στο κέντρο, ειδικά με την απαγόρευση σε πλήρη ισχύ, η απόσταση καλύφθηκε σε δυο λεπτά. Οπότε αφού φθάνανε στον προορισμό τους, άφησαν πίσω τους την συζήτηση. Η κλινική ήταν ακριβώς άλλο ένα λεπτό από το κέντρο, μαζί με το παρκάρισμα. Ακριβώς από πάνω από το μαιευτήριο, ένα μεσαιωνικό κάστρο πάνω σε ένα μικρό λοφίσκο δέσποζε στην εντελώς πεδινή επαρχιακή πόλη, με το ρολόι στην κορυφή του πύργου να φαίνεται σχεδόν από παντού. Η πυκνή βλάστηση γύρω από το κάστρο με τα ψηλά δέντρα και τους κισσούς που αγκάλιαζαν τα πέτρινα τείχη του, έκαναν το σκηνικό αρκετά ελκυστικό για κάποιον που ερχόταν σαν επισκέπτης στην πόλη και δεν ήθελε πολύ να τον κάνει να ταξιδέψει στον χρόνο με το μυαλό του, σαν να βρίσκεται σε μια παραμυθένια εποχή. Την ίδια ώρα η υψηλή θερμοκρασία σε συνδυασμό με την υγρασία έκαναν αφόρητο το κλίμα. Αν και Μεγάλη εβδομάδα των Ορθοδόξων χριστιανών και πιο συγκεκριμένα Μεγάλη Τρίτη, ο ήλιος έκαιγε λες και ήταν Ιούλιος και η αίσθηση του ηλίου σαν σε καύσωνα του καλοκαιριού έκανε την Ισμήνη να θυμηθεί τα λόγια της αγρότισσας γιαγιάς της που της έλεγε πως: “όταν το δέρμα σου σε καίει από το ήλιο, έρχεται βροχή.”

Δυο μέρες στο μαιευτήριο το ζευγάρι είχε ανταλλάξει ελάχιστες κουβέντες. Και συνήθως οι κουβέντες αυτές ήταν περί καθαριότητας και τήρησης των κανόνων υγιεινής για την μη εξάπλωση του ιού. Λίγο το άγχος, λίγο ο φόβος για το άγνωστο, μιας και ήταν το πρώτο τους παιδί, τους είχε απορροφήσει και τους δυο συζύγους στο να καταβροχθίζουν με μανία βιβλία που δεν είχαν βρει χρόνο πριν την καραντίνα να αφιερώσουν χρόνο για να διαβάσουν. Είχαν πάει δυο μέρες νωρίτερα, αν και είχαν κανονίσει να γεννήσει με καισαρική, για να εγκλιματιστούν στο νέο τους ρόλο. Κάτι σαν διακοπές ειδικού σκοπού πριν την άδεια λοχίας. Ο Κίμωνας συνήθιζε να βγαίνει μεγάλες βόλτες στο κάστρο όπου υπήρχε ένα θέατρο, να παίρνει σε πλαστικό τον αγαπημένο του irish coffee από τις τόσες καφετέριες που υπήρχαν σε κάθε στενό της πόλης και να κάθεται στις πλατιές σκάλες που οδηγούσαν στο ρολόι του πύργου. Είχε φτιάξει ένα χαρτί για τους ελέγχους της αστυνομίας που είχε πάντα στην κωλότσεπη του. Στην αρχή έστελνε μήνυμα στο 13033 ενώ την ανοησία να στέλνει “μαλάκα Χαρδαλιά πάω για κατούρημα” και κάτι τέτοια ποιότητας σαχλά αστεία τα έκοψε στο τρίτο μήνυμα, όταν η απάντηση «Μη έγκυρο μήνυμα. Στείλτε X κενό ονοματεπώνυμο και διεύθυνση κατοικίας. Δείτε το X (λόγος εξόδου από 1 έως 6) στο https://forma.gov.gr/#sms» δεν την λες και καλύτερη πάσα για χαβαλέ. 

Μεγάλη Τετάρτη απόγευμα η Ισμήνη είχε αποκοιμηθεί και ο Κίμωνας είχε βγει για την συνηθισμένη του βόλτα. Είχε μαζί του τον “Τρυποκάρυδο” του Ρόμπινς, ακολουθώντας το σλόγκαν μεγάλου βιβλιοπωλείου «στην καραντίνα διαβάζουμε επιτέλους τα κλασσικά βιβλία που λέμε σε όλους ότι έχουμε διαβάσει».  Η “απίθανη ιστορία αγάπης” ήταν υποτίθεται στα αγαπημένα του Κίμωνα και η πρώτη συζήτηση που κατέληξε σε φλερτ με την Ισμήνη ήταν όταν σε ένα νεανικό καφενείο στα Εξάρχεια έπεσε στην παρέα το θέμα Robbins και η Ισμήνη υπερασπίστηκε “Το Άρωμα των Ονείρων” και ο Κίμωνας τον “Τρυποκάρυδο”. Το πακέτο των Camel τσιγάρων του ήταν η σπίθα και η παρατήρηση την Ισμήνης: “Μήπως η μάρκα των τσιγάρων σου σε προδίδει για το αγαπημένο βιβλίο σου από Robbins;” ήταν ασίστ σαν αυτές τις μαγικές πίσω από την πλάτη του Magic Johnson σε αιφνιδιασμό των Lakers του ’80 και ο Κίμων σαν άλλος James Worthy την άρπαξε για να καρφώσει στο ανυπεράσπιστο καλάθι της καρδιάς της Ισμήνης. It was showtime…!!! Με τον καιρό βέβαια αποδείχθηκε πως το αγαπημένο του θα γινόταν “O Xορός των Eπτά Πέπλων”, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή της συζήτησης δεν είχε διαβάσει πρόταση από Robbins, αλλά είχε διαβάσει πολύ πρόσφατα στο blog ένα άρθρο ενός συναδέλφου του και αργότερα κουμπάρου τους, που του ήταν αρκετό για να πει το ποίημα του…κι όμως τρία χρόνια μετά δεν είχε βρει χρόνο να το διαβάσει. Και να πεις πως δεν είχε διαβάσει τόσα βιβλία όλα αυτά τα τρία χρόνια που ήταν ζευγάρι…τέλος πάντων είχε φτάσει μάλλον η ώρα για να γίνει και αυτό.Το βιβλίο τον είχε συνεπάρει φυσικά. Σε ένα εικοσιτετράωρο το είχε καταπιεί πραγματικά. Το ξαναδιάβασε την επόμενη μέρα και το κρατούσε συνέχεια στο χέρι. Μπορούσε να σου πει απ’ έξω τις αγαπημένες συνταγές του Bernard Mickey Wrangle  για την κατασκευή σπιτικών βομβών, ενώ την αγαπημένη του κούπα καρώ, ανυπομονούσε να την κάνει μόλις γύριζαν στην Αθήνα. Ρουφούσε κάθε σελίδα ξανά και ξανά σαν τα τσιγάρα του πακέτου του, που αφού άδειασε κατάλαβε πως η ώρα πέρασε και έπρεπε να γυρίσει στο μαιευτήριο. Εκεί τον περίμενε ξύπνια η Ισμήνη:

-“Βγάλε αμέσως τα παπούτσια σου μπες στο μπάνιο και άλλαξε ρούχα αμέσως!” πρόλαβε να ρωτήσει γιατί πρέπει να φωνάζει και γιατί δεν έγιναν όλα αυτά και την προηγούμενη μέρα για να λάβει την απάντηση:

-“Κάνε ότι σουλέω σε παρακαλώ, αύριο γεννάμε!”

-“Καλά πάω έξω να βγάλω χρήματα και να πάρω άλλο ένα καφέ. Και θα γυρίσω να μπω στον κλίβανο.”-“Πάρε και τσιγάρα μην ξαναβγαίνεις πάλι σε καμία ώρα,” τον μάλωσε η Ισμήνη. Το βράδυ κύλισε με λίγο διάβασμα και πολλές  αγκαλιές και φιλιά μεταξύ των δυο παιδιών. Ούτως ή άλλως δεν υπήρχαν ανοικτά περίπτερα και τότε μόνο εκτιμούσε τα επί 24ωρου λειτουργίας της πρωτεύουσας…-“Μωρέ δεν έχεις τσιγάρα” είπε η Ισμήνη.-“Καλύτερα” απάντησε  ο Κίμωνας, -“Είχα μήνες να νιώσω τόσο ερωτευμένος μαζί σου” της είπε και την άφησε να κοιμηθεί στην αγκαλιά του. 

Το επόμενο πρωί στις εννέα Μεγάλη Πέμπτη των Ορθοδόξων χριστιανών η Ισμήνη μπήκε στο χειρουργείο για να γεννήσει. 25 λεπτά αργότερα ο Κίμωνας μπήκε στο δωμάτιο με τα νεογνά και πήρε την κόρη του στην αγκαλιά του. Η καρδιά του κροτάλιζε σαν ασημικά σε μεταλλικό δίσκο, σαν το κόλπο που έκαναν οι Priest και ο Tom Allom στην έπαυλη του Tittenhurst Park για να ηχογραφήσουν την εισαγωγή του “Metal Gods”. Πήγε να δει την γυναίκα του, της χάιδεψε τα μαλλιά και την φίλησε. Ήταν τόσο όμορφη…Η Ισμήνη έπιασε το χέρι του άντρα της και δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυα της. Ήταν εξαντλημένη και τόσοευτυχισμένη. Οι μαίες του είπαν να βγει έξω από την αίθουσα. Μπορούσε να ανέβει στο δωμάτιο ή να καθίσει στο σαλόνι επισκεπτών ή να πάει μια βόλτα να ηρεμήσει και φυσικά να τηλεφωνήσει στους συγγενείς και φίλους να τους ενημερώσει πως όλα πήγαν καλά. Είχε τουλάχιστον δύο ώρες μπροστά του ελεύθερες. Τότε θα ανέβαινε και η Ισμήνη στο δωμάτιο και το μεσημέρι θα φέρνανε για λίγο πάνω στη κλίνη και το παιδί. Φόρεσε το αγαπημένο μοβ καπελάκι του των Lakers, άρπαξε τον “Τρυποκάρυδο” και τα τσιγάρα του και σταμάτησε στο καφέ κάτω από το κάστρο. Παρήγγειλε έναν ακόμα irish coffee, τον πρώτο του σαν πατέρας. Ανέβηκε από τα πλατιά πέτρινα σκαλιά, αλλά αντί να πάει προς το ρολόι του πύργου, έστριψε αριστερά προς το άλσος που περιτριγύριζε το φρούριο. Σε μια ξύλινη κατασκευή που σαν δακτυλίδι έφτιαχνε ένα μονοπάτι γύρω-γύρω από το κάστρο ανάμεσα σε φυτά,  ανθισμένα λουλούδια και έντονη πρασινάδα και δέντρα, πολλά δέντρα. Σταμάτησε σε ένα μικρό παράδρομο-χωματόδρομο που κατέληγε σε μια γειτονιά-συνοικία με ακριβές βίλες και εκκλησίες που τα έκρυβε το επιβλητικό κάστρο. Κοίταξε προς τον ουρανό, τα σύννεφα είχαν πυκνώσει και ο ήλιος είχε πάει να ξεκουραστεί. Άναψε ένα τσιγάρο καθώς γύριζε το βλέμμα του να βρει μια πέτρα ή κορμό δέντρου να καθίσει για να ξεφυλλίσει το βιβλίο. Σκέφτηκε πως η κόρη τους το πρώτο πράγμα που θα θυμάται από τον πατέρα της θα ήταν η γεύση από τo χαρμάνι από τα εκλεκτά τούρκικα και αμερικάνικα καπνά των Camel ανακατεμένα με μια πρέζα Jameson, αφρόγαλα και ιταλικό καφέ. Άρχιζε να βρέχει, έβαλε το τσιγάρο στο στόμα και πέταξε το καπέλο του κάτω, ενώ άφησε να πέσει και το βιβλίο στο χώμα. Τράβηξε μια γενναία ρουφηξιά και έσβησε το τσιγάρο με το πόδι του. Η βροχή δυνάμωσε και έστρεψε το βλέμμα του προς στον ουρανό. Έκλεισε τα μάτια και άφησε την οσμή της βροχής να πλημμυρίσουν τις αισθήσεις του. Η μυρωδιά της ξύλινης βροχής από τα δέντρα ήταν η πρώτη θύμηση από την κόρη του…