Συμπληρώθηκε ένας χρόνος (08.06.2019) από την αυτοκτονία του Άντονι Mπουρνταίν. Το νέο είχε πέσει σαν κεραυνός εν αίθρια. Με τους περισσότερους να αναρωτιούνται πως ένας τόσο πετυχημένος και καταξιωμένος άνθρωπος έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Είχα γράψει λοιπόν και ‘γω πάνω από μια ντουζίνα κείμενα και άρθρα με υλικό που μάζευα αρκετό καιρό στο μπλοκάκι μου για τον Mπουρνταίν, τη ζωή του, τις εκπομπές του, τα βιβλία του, τα quotes του, ακόμα και το ίδιο το τέλος του σαν φόρο τιμής. Όλα είχαν την ίδια κατάληξη. Να βρεθούν στον κάδο των αχρήστων. Κανένα δεν μπορούσε να κρατήσει την απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της παρουσίασης μιας πολυσχιδούς προσωπικότητας και το έργο ενός ανήσυχου ανθρώπου χωρίς να γίνεται ενοχλητικός ο υπέρμετρος θαυμασμός μου προς αυτόν, αλλά και χωρίς να μπερδεύεται η προσωπική οπτική σε μια γοητευτικά δυσλειτουργική περσόνα με αντικρουόμενες συμπεριφορές. Ο ίδιος άνθρωπος που είχε καταγγείλει το κράτος του Ισραήλ για την πολιτική του απέναντι στους Παλαιστινίους την άλλη στιγμή θα φάει νουντλς σε ένα φτηνό εστιατόριο με τον Ομπάμα στο Βιετνάμ. Αλλά κάθε του κίνηση ήταν γνήσια και η αυθεντικότητα του αδιαπραγμάτευτη όπως και η συνεχής αναζήτησης προκλήσεων. Τώρα όμως ήρθε η ώρα να του γράψω το αντίο μου…

Τον γνώρισα σαν τηλεοπτικό παρουσιαστή κάπου στα 2004 όταν σε ένα ταξίδι μου στο Τορίνο είδα κάποιες εκπομπές του και μου κέντρισε αμέσως την περιέργεια η αύρα του, η θεματολογία της εκπομπής και κυρίως η προσέγγιση του. Το No Reservations δεν ήταν ποτέ  μια μαγειρική εκπομπή και σίγουρα ο Mπουρνταίν δεν ήταν απλά ένας σεφ. Μιλάμε φυσικά για μια εποχή χωρίς εκατό εκπομπές μαγειρικής, ούτε διαγωνισμούς/ριάλιτυ τύπου Master – Chef, χωρίς κάθε παιδάκι με τατουάζ να βαφτίζει τον εαυτό του σεφ και γενικότερα χωρίς ρηχούς ανθρώπους του χώρου να βρωμίζουν με τα εγώ τους, τους τηλεοπτικούς μας δεκτές. Όταν διάβασα το Confidential Kitchen κατάλαβα γιατί κέρδισε τους τίτλους-χαρακτηρισμούς που τον συνόδευαν. Ο Κέρουακ της κουζίνας δεν ήταν ένας ακόμα καλοπληρωμένος σεφ, ήταν ένας ροκ σταρ με τις ιδιορρυθμίες που κουβαλάει αυτό το συνάφι, ένας ποιητής της μαγειρικής και κυρίως ένας μεγάλος παραμυθάς. Δεν εννοώ ψεύτης ή κάποιος που ωραιοποιεί καταστάσεις και πράγματα. Μιλάω για την τέχνη του λες μια ιστορία τόσο παθιασμένα και σοκαριστικά, που ο ακροατής ή ο αναγνώστης να μαγεύεται από την αμεσότητα, την πειστικότητα, όσο και την αφοπλιστική δεινότητα του αφηγητή της. Εντελώς συμπτωματικά ξαναδιάβαζα το βιβλίο λίγες μέρες πριν αυτοκτονήσει ο Αμερικανός σεφ, διασημότητα, συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, τηλεοπτικός παρουσιαστής, δοκιμιογράφος, οδοιπόρος, δημοσιογράφος (ναι όλα αυτά παρακαλώ!) και μου προκάλεσε μια πιο έντονη θλίψη ο θάνατος του απ’ ότι ίσως μου προκαλούσε μια άλλη δεδομένη στιγμή. Την ημερολογιακή χρονιά που μας πέρασε από τον θάνατό του, ξαναδιάβασα όλα τα βιβλία του και θυμήθηκα γιατί διάβολε είναι θείο δώρο να μπορείς ακόμα και μια συνταγή να την ντύνεις με αθυροστομία και βρωμόλογα και ο αναγνώστης να βλέπει πέρα από το προφανές· να μεταφέρετε εκεί που εσύ τον έστειλες.

Είτε στις εκπομπές του, είτε στα βιβλία του, δεν ήταν ποτέ η μαγειρική καθεαυτή το θέμα. Κοσμοπολίτης γαρ, απεχθανόταν τον ρατσισμό, ενώ οι περιηγήσεις του και τα όσα είχε δει τον κάνανε να κατηγορεί την λευκή φυλή για τα δεινά της ανθρωπότητας. Σαφώς και ήξερε να ρουφάει τη ζωή μέχρι σταγόνας και δεν άφησε την ευκαιρία που το έδωσε η καυστική του πένα και η επιτυχία αρχικά του δοκιμίου στον New Yorker, «Μην φάτε πρoτού διαβάσετε αυτό” (που οδήγησε στο βιβλίο του, Confidential Kitchen) και μετέπειτα τα υπόλοιπα βιβλία και οι εκπομπές του. Δεν χρειάζεται να έχεις βράσει ούτε αυγό για να δεις μια εκπομπή του ή για να διαβάσεις ένα βιβλίου του. Η  τροφή και το νερό θα είναι πάντα με την υγεία τα πρωτεύοντα για κάθε άνθρωπο, μόνο που και η γαστρονομία είναι μια ανάγκη που βρίσκει οπαδούς σε όλες τις τάξεις και δεν χρειάζεται ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο ουρανίσκο ή να περνιέται κάποιος ντε και καλά για  καλοφαγάς για να εκτιμήσει την δημιουργικότητα στην μαγειρική. Ο Mπουρνταίν όμως αναδείκνυε πρωτίστως την περιπέτεια, την διαφορετικότητα, την εξερεύνηση και την αποδοχή του άλλου. Έψαχνε, αναζητούσε, εξερευνούσε κόσμους, συμπεριφορές, συνήθειες και έθιμα με πρόσχημα την μαγειρική, ώστε να βρίσκει το αλλιώτικο, όχι για να το προσφέρει σαν κάτι το εξωτικό, αλλά για να φανερώσει τις διαφορετικές επιλογές που έχεις. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολτοποίηση της διαφορετικότητας,  ανέδειξε την πολυπολιτισμική κουλτούρα της ανθρωπότητας και την πολιτική χροιά πίσω από το καθημερινό γεύμα των ανθρώπων, καθώς και την ιεροτελεστία που συντελείται κάθε φορά που ετοιμάζει τραπέζι μια νοικοκυρά για τους αγαπημένους της ή τους μουσαφίρηδες της. Δεν ξέρω ποσό σπουδαίος σεφ ήταν. Αλλά ήταν ένα σκαλί σίγουρα κάτω από όσο σπουδαίος συγγραφέας υπήρξε. Οι δαίμονες του που ίσως στο τέλος να τον κατασπάραξαν, καθόλη την διάρκεια του ταξιδιού του γίνανε φίλοι του, χωρίς προσπάθεια από καμία μεριά. Άλλωστε πάντα σύχναζαν στα ίδια στέκια οι εφιάλτες με τους ονειροπόλους. Πολλοί θα τον θυμούνται σαν τον καλύτερο πρεσβευτή του επαγγέλματος των σεφ.  Η υπερβολή που τον συνόδεψε σε κάθε του βήμα ήταν απόσταγμα εμπειριών και φιλοσοφικής στάσης, μιας όχι και τόσο φυσιολογικής ζωής, που κατάφερε να απαλλαχτεί από το 9-5 ωράριο (στην καλή εκδοχή της) που ξεζουμίζει τον πλανήτη, με αντάλλαγμα σπαρταριστές ιστορίες που αποκόμισε καθώς τον όργωνε από άκρη σε άκρη, αλλά και πιο πριν όταν προσπαθούσε να δαμάσει την μαϊμού στην πλάτη του στις γαλαντομες περιπλανήσεις του στο αδυσώπητο και άκρως ανταγωνιστικό και βρώμικο κόσμο των ακριβών εστιατορίων. Δεν του στρώθηκε με ροδοπέταλα η ζωή, μαείχε το χάρισμα να κάνει τις πληγές του όπλο και η πλούσια παιδεία του σε συνδυασμό με το ταλέντο του και τον ριψοκίνδυνο ταμπεραμέντο του τον έκανε να αναρριχηθεί στην ελίτ της μαγειρικής και όχι μόνο.

Βρήκε άπλετο χώρο στις σελίδες των βιβλίων του να χωρέσει τα αγριεμένα και γεμάτα θυμό μανιφέστα του που σε κάθε ευκαιρία μας χάριζε. Αποθέωσε τον απλό κόσμο, τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, του μη αναπτυγμένου οικονομικά κόσμου, τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους φτωχοδιαβόλους και το φαγητό του δρόμου, στο οποίο αντανακλώνται η ιδιοσυγκρασία και η ιδιομορφία κάθε μέρους μέσω από γευστικές περιπλανήσεις. Δεν υπάρχει βιβλίο του που να μην σε σαγηνεύσει, και στο οποίο να βρεις ούτε μια περιττή πρόταση ή ένα άχρηστο κεφάλαιο. Κάθε λέξη είναι ένα μικρό ταξίδι σε κόσμους περιπέτειας και εξερεύνησης. Μιας και ήταν οπαδός του Hardcore και φίλος με πολλά μέλη της Νεουρκέζικης σκηνής (φαντάζομαι όχι των straight edge πάντως,μιας και σιχαινόταν τους vegan & τους κανόνες και όσους ψυχαναγκάζονται και υποφέρουν από αυτούς με την θέληση τους) θα ήθελα πολύ να δω έναν κύκλο εκπομπών ή ακόμα καλύτερα ένα βιβλίο με την πένα του Μπουρνταίν να διηγείται με τον χαρακτηριστικό αυθορμητισμό του, μουσικές και μη ιστορίες από τους δρόμους του Μεγάλου Μήλου και τα  όνειρα και τον ιδρώτα μιας ολόκληρης εποχής που στιγμάτισαν τα νιάτα της Αμερικής την δεκαετία του ‘80. Αλλά στο μυαλό του, ότι είχε να δώσει το είχε κάνει με το παραπάνω και με πολλή φινέτσα θα πρόσθετα. Δοκίμασε τα πάντα, έζησε στον υπερθετικό βαθμό με κάθε μεγαλοπρέπεια ενός εγωκεντρικού μποέμ και προσπάθησε να μπει στα παπούτσια του άλλου δοκιμάζοντας πρώτα το φαγητό του. Αντισυμβατικός, με βαθιά καλλιέργεια και ανοικτούς ορίζοντες, άλλαξε το πώς παρακολουθούμε μια εκπομπή, βάζοντας την κουλτούρα σε κάθε σαλόνι ή δωμάτιο που είχε  πρόσβαση σε μια μικρή η μεγάλη οθόνη υπολογιστή ή τηλεόρασης. Δοκιμάστε και εσείς, αν δεν το έχετε ήδη κάνει, να ταξιδέψετε με τον Μπουρνταίν και θα ανακαλύψετε πολύ περισσότερα από ξεκαρδιστικές και απρόβλεπτες ιστορίες ή παράξενα εδέσματα και συνταγές. Θα βρείτε ένα κόσμο, που είστε μέρος του και αρνιόσασταν να αγαπήσετε, τον κόσμο μας.

“your body is not a temple, it’s an amusement park. Enjoy the ride.”